HABER= ΠΡΧ ΑΜΠΕΡ> ΑΠΤΟ-ΜΑΙ> ΠΙΑΝΩ ΚΑΤΙ, ΕΧΩ, ΠΡΧ ΧΟΜΠΥ, ΣΥΝΗΘΕΙΑ, ΠΡΧ ΑΒΑΡΙΑ, ΠΡΧ ΔΙΔΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
avería πρχ αβαρία> βλάβη, πρχ βλ-αβερό> βλάβη
1. θ, βλάβη, αβαρία μηχανής, συσκευής, tengo una avería en el móvil,
έχω βλάβη στο κινητό μου
he tenido una avería en el motor, έχω πάθει βλάβη στην μηχανή μου
2. αβαρία, ζημιά σε εμπόρευμα, los productos transportados han sufrido averías,
τα μεταφερόμενα προϊόντα υπέστησαν ζημιές
3. τραύμα, πληγή στο σώμα, tengo una pequeña averia en la mano,
έχω μια μικρή πληγή στο χέρι
4. μτφ, χουνέρι, ζημιά, τη φέρνω σε κάποιον,
vaya avería que nos has hecho con no venir a buscarnos,
τι χουνέρι που μας έχεις κάνει με το να μην έρθεις να μας ψάξεις
5. σνθ, avería con, sin compensación, βλάβη με, χωρίς αποζημίωση
avería general, γενική βλάβη
avería gruesa, ναυ, κοινή, γενική αβαρία
avería parcial, μερική αβαρία
6. εκφ, llamar a averías, καλώ στις βλάβες
reparar una avería, επιδιορθώνω μια βλάβη
averiar πρχ προκαλώ βλάβη σε μηχανή, συσκευή ή φθορά σε εμπόρευμα
1. ρμ, χαλώ, προκαλώ ζημιά, βλάβη, la intensa lluvia averió el coche,
η έντονη βροχή χάλασε το αμάξι
2. για εμπόρευμα, χαλώ, καταστρέφω, el calor averió las mercancías,
η ζέστη χάλασε το εμπόρευμα
3. ραντ, υφίσταμαι βλάβη, se ha averiado la nevera, έχει πάθει βλάβη το ψυγείο
El coche se averió y tuvimos que llamar a una grúa,
Το αυτοκίνητο χάλασε και αναγκαστήκαμε να καλέσουμε ένα γερανό
4. για πλοίο, παρουσιάζω βλάβη, el barco se averió, το πλοίο παρουσίασε βλάβη
5. για εμπόρευμα, χαλώ, υφίσταμαι ζημία, se han averiado todas las frutas,
χάλασαν όλα τα φρούτα
6. για άτομο, χτυπώ, παθαίνω ζημιά, me he averiado jugando al baloncesto,
χτύπησα παίζοντας mpñasket
averiado, da 1. ε, με βλάβη, χαλασμένος, -η, -ο, el coche está averiado,
το αυτοκίνητο είναι χαλασμένο
2. για εμπόρευμα, χαλασμένος, -η, -ο, ζημιωμένος, -η, -o, κατεστραμμένος, -η, -ο,
La mercancía averiada tras el intenso calor se tiró al vertedero,
Τα κατεστραμμένα εμπορεύματα λόγω της έντονης ζέστης πετάχτηκαν στον χώρο υγειονομικής ταφής
3. για άτομο, κουρασμένος, -η, -o, no puedo jugar, estoy un poco averiado,
δεν μπορώ να παίξω, είμαι λιγάκι κουρασμένος
avariosis 1. θ, ιατ, αβαρία σε όργανο= σύφιλη
deuda πρχ δεουδα> διδόμενα> δίδω ό, τι χρωστώ= χρέος, οφειλή
1. θ, χρέος, οφειλή οικονομική, no tengo deudas, δεν έχω χρέη
2. μτφ, χρέος ηθικό, me siento en deuda contigo, αισθάνομαι με χρέος> υπόχρεος μαζί σου
3. θρη, χρέος προς τον θεό= οφειλήματα, αμαρτία, ανόμημα, παράπτωμα,
perdonarlos nuestras deudas, άφες ημίν τα οφειλήματα ημών
4. σνθ, deuda a corto, largo plazo, βραχυ-πρόθεσμο, μακρο-πρόθεσμο χρέος
deuda consolidada, ενο-ποιημένο χρέος
deuda exterior, externa, εξωτερικό χρέος
deuda interior, interna, εσωτερικό χρέος
deuda pendiente, εκκρεμές χρέος
ή μτφ, εκκρεμής υπόθεση
deuda pública, δημόσιο χρέος
deudas incobrables, πρχ χρέη άνευ-κουμπαρά= επισφαλή χρέη
5. εκφ, estar en deuda con alguien, έχω ένα χρέος απέναντι σε κάποιον
lo prometido es deuda, ο λόγος μου είναι συμβόλαιο
pagar, saldar una deuda, εξοφλώ ένα χρέος
ahogado en deudas, πνιγμένος στα χρέη
condonar una deuda, ακυρώνω ένα χρέος
contraer una deuda, χρεώνομαι
deudo, da 1. α θ, πρχ δεδε-μένος με αίμα= συγγενής
2. εκφ, mis, tus, sus deudos, οι συγγενείς μου, σου, του, της κ.λπ.
deudo 1. α, συγγένεια
deudor, ra 1. ε, πρχ διδωρ> που πρέπει να δώσει= υπόχρεος, -η, -o, χρεωστικός, -ή, -ó
Si la parte deudora excede el plazo, se le cobrará un interés del 5%,
Εάν το υπόχρεο μέρος υπερβεί την προθεσμία, θα του χρεωθεί τόκος 5%
2. εκφ, ser deudor de alguien, είμαι χρεώστης, είμαι υποχρεωμένος, οφείλω σε κάποιον
3. α θ, οκν, χρεωφειλέτης, -α, χρεώστης, -α, Los deudores no tienen permitido usar las instalaciones del condominio, Οι οφειλέτες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις του συγκροτήματος κατοικιών
4. σνθ, deudores insolventes, fallidos, οφειλέτες που αδυνατούν να εξοφλήσουν τα χρέη, αφερέγγυοι οφειλέτες
codeudor, ra 1. α θ, πρχ συν-διδωρ= συν-οφειλέτης, -α
adeudo 1. α, εμπ, χρέωση λογαριασμού, adeudo de cuenta
2. χρέος
adeudar πρχ πρέπει να δίδω
1. ρμ, χρωστώ, le adeuda un millón de euros, του χρωστάει ένα εκατομμύριο ευρώ
2. εμπ, χρεώνω, el banco adeudó 100 euros a su cuenta,
η τράπεζα χρέωσε 100 ευρώ στο λογαριασμό του
3. ραντ, χρεώνομαι
adeudado, da πρχ αυτό που πρέπει να δοθεί= διδόμενο
1. ε, οφειλόμενος, -η, -o, la cantidad adeudada es de 500 euros,
το οφειλόμενο ποσό είναι 500 ευρώ
2. που έχει χρέη, χρεωμένος, -η, -o, es un hombre adeudado,
είναι ένας άνθρωπος χρεωμένος
desadeudar 1. ρμ, πρχ δεν-δίδω χρέος= απαλλάσσω από χρέος κάποιον, ξεχρεώνω
2. ραντ, απαλλάσσομαι από χρέος, ξεχρεώνω, podré desadeudarme, si me toca la lotería,
θα μπορέσω να ξεχρεώσω, αν κερδίσω το λαχείο
endeudar εν-δίδω χρέος> (υπο)χρεώνω οικονομικά, ηθικά
1. ρμ, πρχ εν-δίδω χρέος σε κάποιον= κατα-χρεώνω
El anterior director general endeudó a la compañía y fue obligado a renunciar,
Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος χρέωσε την εταιρεία και αναγκάστηκε να παραιτηθεί
2. ραντ, χρεώνομαι, βάζω χρέος σε εμένα, se endeudó por la mala gestión,
χρεώθηκε από την κακή διαχείριση
endeudamiento 1. α, πρχ εν-δίδω χρέος= χρέωση, χρέος, οφειλή, δανεισμός
el ayuntamiento acudirá al endeudamiento para financiar las nuevas inversiones,
το δημοτικό συμβούλιο θα καταφύγει σε δανεισμό για να χρηματοδοτήσει τις νέες επενδύσεις
debe πρχ δια-(λά)-βω> χρέος που πρέπει να λάβω
1. α, εμπ, όφελος, χρέωση, χρεωστικό λογαριασμού,
Si vas a anotar un ingreso, anótalo en la columna de los debes,
Αν πρόκειται να καταγράψεις ένα εισόδημα, σημείωσε το στη στήλη χρέωσης
2. εκφ, el debe y el haber, πρχ το δίδω και λάβω= δούναι και λαβείν
deber 1. α, μτφ, αυτό που πρέπει να δια-λά-βω= καθήκον, υποχρέωση,
tu deber es ir a la reunión, η υποχρέωσή σου είναι να πάς στην συγκέντρωση
cumplir con sus deberes, εκπληρώνω τις υποχρεώσεις μου, κάνω το καθήκον μου
los derechos y los deberes de los ciudadanos,
τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των πολιτών
2. εκφ, faltar a su deber, παραμελώ το καθήκον μου
primero viene el deber, y después el placer, πρώτα η δουλειά και μετά η διασκέδαση
deberes 1. α πλ, εργασίες σχολικές, ασκήσεις, μαθήματα,
haced estos deberes para mañana, κάντε αυτές τις ασκήσεις για αύριο
2. θρη, deberes religiosos, θρησκευτικά καθήκοντα
deber 1. ρήμα βοηθητικό, αυτό που έχω να δια-λάβω= πρέπει, οφείλω,
no debes decirle mentiras, δεν πρέπει να του λες ψέματα
debo hacerlo, πρέπει να το κάνω
ha ido a trabajar, como debe ser, πήγε να δουλέψει, ως έπρεπε, όφειλε
deber 1. ρμ, οφείλω, χρωστάω, χρωστώ, ¿cuánto le debo? τι σας οφείλω;
debo 100 euros, χρωστάω 100 ευρώ
2. μτφ, οφείλω, χρωστάω, χρωστώ, te debo la vida, σου χρωστάω τη ζωή μου
te debo una explicación, σου χρωστάω μια εξήγηση
3. εκφ, deber a medio mundo, χρωστώ σε όλον τον κόσμο
María debe a medio mundo, η Μαρία χρωστάει σε όλον τον κόσμο
deberle una a alguien, είμαι κατα-ϋποχρεωμένος σε κάποιον, είμαι υπόχρεος
quien debe y paga no debe nada, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους
4. deber de, εκφράζει πιθανότητα, μάλλον πρέπει,
debe de hacer mucho frío, μάλλον κάνει πολύ κρύο
deben de ser las doce, πρέπει να είναι 12 η ώρα
5. ραντ, αυτό που πρέπει να γίνεται, οφείλεται, se debe callar en clase,
οφείλεται να τηρείται σιωπή στην τάξη
6. αυτό που οφείλεται, págale lo que se le debe,
πλήρωσέ του αυτό που του οφείλεις, χρωστάς
7. deberse a, οφείλεται σε, su malhumor se debe a que ha perdido el trabajo,
η κακή του διάθεση οφείλεται στο ο, τι έχει χάσει την δουλειά του
ή δια-λαμβάνομαι από κάτι= οφείλω να, έχω υποχρέωση, χρέος,
deberse a la patria, έχω χρέος προς την πατρίδα
debidamente 1. επρ, πρχ δια-λαμβανόμενα= όπως πρέπει, δεόντως,
se comportarton debidamente, συμπεριφέρθηκαν όπως πρέπει
indebidamente 1. επρ, αντικανονικά
2. αδικαιολόγητα
3. παράνομα
debido, da 1. ε, οφειλόμενος, -η, -o, la suma debida, το οφειλόμενο ποσό
2. το διαλαβόμενο= αυτό που πρέπει να γίνει, το αναγκαίο, οφειλόμενος, -η, -ο,
se recomienda circular por carretera con las debidas precauciones,
προτείνεται να κυκλοφορείτε στην λεωφόρο με τις οφειλόμενες προφυλάξεις,
el trámite fue cumplido en debida forma,
η διαδικασία πραγματοποιήθηκε με την πρέπουσα φόρμα= σύμφωνα με τους κανόνες
3. για πρέπον μέτρο σε κάτι, δίκαιος, -η, -α, -ο, σωστός, -ή, -ó,
pagar algo su debido precio, πληρώνεις κάτι στη σωστή τιμή
4. εκφ, como es debido, όπως είναι πρέπον, καθώς πρέπει,
compórtate como es debido, συμπεριφέρσου καθώς πρέπει!
debido a, οφειλόμενο σε, λόγω του, no pude venir debido a la huelga de trenes,
δεν μπόρεσε να έρθει λόγω της απεργίας των τρένων
más de lo debido, πέραν του δέοντος, με το παραπάνω,
comí más de lo debido, έφαγα παραπάνω από όσο έπρεπε
indebido, da 1. ε, μη επιτρεπτός, -ή, -ó, μη οφειλόμενος, -η, -ο, αδικαιολόγητος, -η, -o, castigo indebido, τιμωρία αδικαιολόγητη
2. παράνομος, -η, -o, uso indebido de fondos, παράνομη διάθεση κεφαλαίων
debitar 1. ρμ, χρεώνω σε βιβλίο χρεώσεων
débito 1. α, χρέος, παθητικό
2. σνθ, débito conyugal, συζυγικό χρέος
hábito πρχ hobby> χομπυ> συνήθεια, πρχ άπτω κάτι> πιάνω, πρχ άμφιο ιερέα
1. α, συνήθεια, επειδή άπτω κάθε μέρα κάτι, tiene el hábito de desayunar café,
έχει την συνήθεια να πίνει καφέ για πρωινό
2. άμφιο= ράσο μοναχού, ιερέα, hábito de monje, sacerdote
3. ιατ, εθισμός, la cocaína crea hábito, Η κοκαΐνη προκαλεί εθισμό
4. στρ, διακριτικό, Cada orden militar tiene su propio hábito,
Κάθε στρατιωτικό τμήμα έχει το δικό του διακριτικό
5. σνθ, hábito coral, επίσημα άμφια καθολικών επισκόπων
6. εκφ, colgar, ahorcar los hábitos, θρη, απεκ-δύομαι το σχήμα
ή μτφ, αφήνω επάγγελμα, αλλάζω πορεία σε σπουδές
crear hábito, δημιουργώ συνήθεια
el hábito hace al monje, πρμ, το ράσο κάνει τον παπά
el hábito no hace al monje, πρμ, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά
tomar el hábito, los hábitos, θρη, ενδύομαι το σχήμα
habitud 1. θ, πρχ απτότητα σε κάτι= συνήθεια
habitual πρχ σαν χόμπυ> που γίνεται συνήθως ή άπτεται με κάτι
1. α θ, για άτομο που άπτεται συχνά σε ένα μέρος= θαμώνας
los habituales del bar, οι θαμώνες του μπαρ
2. ε, που άπτεται> γίνεται από συνήθεια ή συχνά, συνηθισμένος, -η, -o, κανονικός, -ή, -ó,
el horario habitual de trabajo, το κανονικό ωράριο της δουλειάς
los clientes habituales, οι συνηθισμένοι, πιστοί πελάτες
3. εκφ, lo habitual, το συνηθισμένο, lo habitual es dejar propina,
το σύνηθες είναι να αφήνεις φιλοδώρημα
ser habitual, είναι συνηθισμένο, συχνό
ser habitual en alguien, είναι συνηθισμένο σε κάποιον, το συνηθίζει
inhabitual 1. ε, ασυνήθιστος, -η, -ο, ¿Notaste algo inhabitual anoche?
Παρατήρησες κάτι ασυνήθιστο χθες το βράδυ;
habituar 1. ρμ, πρχ δημιουργώ χόμπι> συνήθεια= συνηθίζω κάποιον σε κάτι, μαθαίνω,
habituar a los niños a cepillarse los dientes, μαθαίνω στα παιδιά να βουρτσίζουν τα δόντια
2. ραντ, δημιουργώ χόμπι> συνήθεια σε εμένα= συνηθίζω εμένα, μαθαίνω,
tengo que habituarme a comer poco, πρέπει να συνηθίσω, να μάθω να τρώω λίγο
3. habituarse a, συνηθίζω σε κατάσταση, περιβάλλον, εγκλιματίζομαι σε κάτι,
no se habitúa a su nuevo empleo, δεν εγκλιματίζεται στην νέα του δουλειά
4. αποκτώ τη συνήθεια να, me he habituado a tomar un café después de cada comida,
απέκτησα τη συνήθεια να πίνω καφέ μετά από κάθε γεύμα
habituación 1. θ, εγκλιματισμός, εξοικείωση, Si la cirugía es exitosa y el paciente recupera la vista, es probable que tenga que pasar por un periodo de habituación a los nuevos estímulos visuales, Εάν η χειρουργική επέμβαση είναι επιτυχής και ο ασθενής ανακτήσει την όραση του, πιθανότατα θα πρέπει να περάσει από μια περίοδο εξοικείωσης με τα νέα οπτικά ερεθίσματα
2. μτφ, εθισμός σε κάτι
habituado, da 1. α θ, συνηθισμένος, -η, -o,
Estamos habituados a trabajar en condiciones exigentes,
Είμαστε συνηθισμένοι να εργαζόμαστε σε απαιτητικές συνθήκες
habitualmente 1. επρ, συνήθως
deshabituar 1. ρμ, ξεσυνηθίζω κάποιον από κάτι
2. deshabituarse, ξεσυνηθίζω εμένα από κάτι,
se deshabituó al trato humano tras años de reclusión,
ξεσυνήθισε απο την συναναστροφή μετά απο χρόνια εγκλεισμού
deshabituación 1. θ, ξε-συνήθισμα
2. απ-εθισμός, απεξάρτηση
3. σνθ, deshabituación alcohólica, tabáquica, απεξάρτηση από το αλκοόλ, από τον καπνό
hábitat πρχ μέρος όπου άπτεται κάποιος= μένει
1. α, κατοικία, περιβάλλον, El alcalde tiene grandes planes para mejorar del hábitat urbano,
Ο δήμαρχος έχει μεγάλα σχέδια για να βελτιώσει το αστικό περιβάλλον
2. φυσικό περιβάλλον ζώου, οργανισμού, βιότοπος,
El hábitat del oso polar enfrenta serias amenazas por el cambio climático,
Ο βιότοπος της πολικής αρκούδας αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές από την κλιματική αλλαγή
habitáculo πρχ μικρό μέρος που μένει κάποιος
1. α, ενδιαίτημα
2. δωμάτιο, le ofrecieron un pequeño habitáculo en el sótano para unos días,
του πρόσφεραν ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο για μερικές ημέρες
3. καμπίνα χειριστή, πιλοτήριο, θέση οδηγού
4. θάλαμος ΑΤΜ, habitáculo de cajero automático
habitar 1. ρα, άπτομαι= ζω σε μέρος, mi familia habitó en Madrid durante tres años,
η οικογένεια μου έζησε στην Μαδρίτη για 3 χρόνια
el jabalí habita en bosques espesos, το αγριογούρουνο ζει σε πυκνά δάση
2. ρμ, μένω, κατοικώ, una especie que habita las zonas montañosas,
ένα είδος που κατοικεί σε ορεινές περιοχές
habitación 1. θ, δωμάτιο, un piso con cinco habitaciones,
ένα διαμέρισμα με πέντε δωμάτια (πεντάρι)
ή κατοικία, habitación unifamiliar, κατοικία μονο-οικογενειακή, για μία οικογένεια
2. δωμάτιο ξενοδοχείου, νοσοκομείου, Nos vamos a quedar en la habitación 202 del hotel,
Θα μείνουμε στο δωμάτιο 202 του ξενοδοχείου
3. φυσικό περιβάλλον ζώου, οργανισμού
4. κρεβατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο, La habitación principal tiene vista al mar,
Η κύρια κρεβατοκάμαρα έχει θέα στον ωκεανό
5. πράξη και αποτέλεσμα του habitar
6. σνθ, habitación de invitados, ξενώνας, δωμάτιο επισκεπτών
habitación de matrimonio, δωμάτιο ζευγαριού σε σπίτι ή νυφικό δωμάτιο ξενοδοχείου
habitación doble, δίκλινο δωμάτιο με διπλό κρεβάτι ή δίκλινο δωμάτιο με δύο κρεβάτια habitación simple, sencilla, μονόκλινο δωμάτιο
5. εκφ, se alquilan habitaciones, ενοικιάζονται δωμάτια
habitabilidad 1. θ, κατοικησιμότητα
habitable 1. ε, κατοικήσιμος, -η, -o
inhabitable 1. ε, μη κατοικήσιμος, -η, -ο
inhabitado, da 1. ε, ακατοίκητος, -η, -ο
habitante 1. α θ, κάτοικος, Tokio es la ciudad con más habitantes del mundo,
Το Τόκιο είναι η πόλη με τους περισσότερους κατοίκους στον κόσμο
cohabitar 1. ρα, πρχ συν-άπτομαι σε μέρος= συγ-κατοικώ, συμ-βιώνω
cohabitación 1. θ, συγ-κατοίκηση, συμ-βίωση, συν-οίκηση ατόμων ή κομμάτων
deshabitar 1. ρμ, πρχ δεν-άπτομαι σε μέρος= ξε-κατοικώ, εγκαταλείπω κτίριο, σπίτι,
deshabiten la vivienda antes de la fecha límite,
εγκαταλείψαν το σπίτι πριν την ημερομηνία όριο
2. μτφ, αφήνω ακατοίκητο μέρος, ερημώνω χωριό, περιοχή,
para hacer el pantano deshabitaron varios pueblos del valle,
για να κάνουν τον βάλτο ερήμωσαν αρκετά χωριά της κοιλάδας
deshabitado, da 1. ε, ακατοίκητος, -η, -o, edificio, pueblo deshabitado,
ακατοίκητο κτήριο, χωριό
hábil πρχ αυτός που άπτεται σε πολλά, απτό-μενος
1. ε, έξυπνος, -η, -o, επιδέξιος, -α, -o, es muy hábil para la costura,
είναι πολύ επιδέξια για το ράψιμο
es un hábil vendedor, είναι ένας έξυπνος πωλητής
Messi es un jugador extremadamente hábil, Ο Μέσι είναι ένας εξαιρετικά επιδέξιος παίκτης
2. ικανός, -ή, -ó να κάνει κάτι
3. νομ, αρμόδιος, -α, -o σε κάτι
4. που άπτεται για κάτι= κατάλληλος, -η, -ο, εργάσιμος, -η, -ο,
Mañana no es un día hábil, así que por favor regresa la semana que viene,
Αύριο δεν είναι εργάσιμη ημέρα, οπότε παρακαλώ ελάτε ξανά την επόμενη εβδομάδα
5. εκφ, ¡qué hábil! τι επιδεξιότητα! ή τι εξυπνάδα!
ή ειρ, τι αδέξιος!
inhábil πρχ αν-απτο-μενος για κάτι
1. ε, ανίκανος, -η, -o, es bastante inhábil para las matemáticas,
είναι αρκετά ανίκανος για τα μαθηματικά
2. ακατάλληλος, -η, -o, lo han declarado inhábil para llevar el negocio,
τον κήρυξαν ακατάλληλο να διευθύνει την επιχείρηση
3. μτφ, για ημέρα, ώρα, ακατάλληλες σαν αργία, μη εργάσιμος, -η, -ο,
Nochebuena es inhábil para los servicios de recogida de basura,
Τα Χριστούγεννα είναι μέρα αργίας για τις υπηρεσίες περισυλλογής σκουπιδιών
habilidad 1. θ, απτότητα νοητική, εξυπνάδα
2. ικανότητα Como político, ha desarrollado la habilidad de hablar sin decir nada,
Ως πολιτικός, έχει αναπτύξει την ικανότητα να μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
3. ταλέντο, επιδεξιότητα σε κάτι
4. νομ, δικαιοδοσία, αρμοδιότητα
5. σνθ, habilidad para suceder, νομ, ικανότητα κληρονομικής διαδοχής
6. εκφ, tener habilidad con algo, έχω ταλέντο σε κάτι
tener habilidad para algo, έχω ταλέντο για κάτι
inhabilidad 1. θ, πρχ μη-απτότητα ατόμου για κάτι= αδεξιότητα
2. νομ, ανεπάρκεια, ακαταλληλότητα, ανικανότητα
habilidoso, sa 1. ε, επιδέξιος, -α, -o, ικανός, -ή, -ó
2. έξυπνος, -η, -o
hábilmente επρ, επιδέξια
habilitar πρχ κάνω απτόμενο> ικανό κάποιον, κάτι
1. ρμ, κάνω κατάλληλο μέρος για κάτι, διαρρυθμίζω,
habilitaremos esta habitación como despacho,
θα διαρρυθμίσουμε αυτό το δωμάτιο σαν γραφείο
2. νομ, εξουσιοδοτώ κάποιον, le han habilitado como representante de la comunidad,
τον έχουν εξουσιοδοτήσει σαν αντιπρόσωπο της κοινότητας
3. σε διοίκηση, χορηγώ, παραχωρώ δικαίωμα
4. εμπ, χορηγώ, χρηματοδοτώ, ya han habilitado los fondos para el proyecto,
πλέον έχουν χορηγήσει τα κεφάλαια για το πρότζεκτ
5. εκφ, habilitar para suceder, νομ, καθιστώ ικανό για διαδοχή
habilitación 1. θ, διαρρύθμιση, τροποποίηση μέρους, χώρου
2. νομ, εξουσιοδότηση
3. σε διοίκηση, χορήγηση, χρηματοδότηση
4. σνθ, habilitación de fondos, χορήγηση κεφαλαίων
habilitado, da 1. ε, νομ, εξουσιοδοτημένος, -η, -o
2. α θ, σε διοίκηση, υπάλληλος λογιστηρίου
habilitante 1. ε, νομ, εξουσιοδοτών, -ούσα, -óv
inhabilitar πρχ αν-άπτω= αφαιρώ από κάποιον απτότητα> ικανότητα να κάνει κάτι
1. ρμ, για άτομο, καθιστώ ανίκανο σωματικά, la caída le inhabilitó para el ciclismo,
η πτώση τον έκανε ανίκανο για την ποδηλασία
2. νομ, αποστερώ, κηρύσσω ακατάλληλο, καθιστώ ανίκανο,
fue inhabilitado para ejercer cargos públicos,
κρίθηκε ανίκανος να αναλάβει δημόσια καθήκοντα
3. ραντ, νομ, κηρύσσομαι ακατάλληλος, κηρύσσομαι ανίκανος
inhabilitación 1. θ, νομ, αποστέρηση, απαγόρευση, παύση δικαιωμάτων
rehabilitar πρχ περι-άπτω κάποιον, κάτι= ξανακάνω απτόμενο> ικανό για κάτι
1. ρμ, για κτίριο, πρόσοψη, αποκαθιστώ, ανακαινίζω, rehabilitarán una vieja casa,
θα ανακαινίσουν ένα παλιό σπίτι
μτφ, su prestigio se rehabilitó con su nueva ocupación,
το πρεστίζ του αποκαταστάθηκε με το νέο του επάγγελμα
2. για δημόσιο λειτουργό, αποκαθιστώ, επαναφέρω
3. νομ, αποκαθιστώ
rehabilitación 1. θ, αποκατάσταση κτιρίου, πρόσοψης, ανακαίνιση
2. αποκατάσταση, επαναφορά για δημόσιο λειτουργό
3. αποκατάσταση υπόληψης
rehabilitado, da 1. ε, για κτίριο, πρόσοψη, αποκατεστημένος, -η, -o, ανακαινισμένος, -η, -o
2. για άτομο άρρωστο, τοξικομανή, αποκατεστημένος, -η, -o, επανενταγμένος, -η, -o
3. ε, α θ, για δημόσιο λειτουργό, αποκατεστημένος, -η, -o
rehabilitador, ra 1. ε, που αποκαθιστά, επαναφέρει
deshabillé πρχ δεν-είναι αμπιγιέ> δεν άπτεται της περίστασης= όχι επίσημο ρούχο
1. α, πρόχειρο ρούχο, ντεζαμπιγέ, νεγκλιζέ
hábeas Corpus πρχ άπτομαι κορμιού
1. α, νομ, habeas corpus, δικαστική διαδικασία ελέγχου της νομιμότητας του περιορισμού της ελευθερίας ενός ατόμου
haber πρχ το απτό-μενο ποσό ή υπέρ που έχω
1. α, ενεργητικό σε λογαριασμό, en el debe aparecen los gastos y en el haber los ingresos, στο παθητικό εμφανίζονται τα έξοδα και στο ενεργητικό τα έσοδα
2. εκφ, tener algo en su haber, έχω στην κατοχή μου, tengo 2000 euros en mi haber,
έχω 2000 χιλιάδες ευρώ στην κατοχή μου
ή μτφ, έχω κάτι υπέρ μου, tiene en su haber su capacidad de trabajo,
tiene en su haber ser muy simpática, έχει υπέρ της πως είναι πολύ συμπαθητική
haber 1. α, θρη, πρχ αβερ ή που άπτεται γνώσης> ρ-αβίν-ος, νομοδιδάσκαλος Εβραίων
haberes 1. α πλ, πρχ υπέρ πράγματα που έχω στην κατοχή μου= υπάρχοντα,
los haberes del presidente han sido confiscados por los revolucionarios,
τα υπάρχοντά του προέδρου έχουν κατασχεθεί από τους επαναστάτες
2. το υπέρ χρήμα που παίρνω για εργασία, αμοιβή, μισθός,
todavía no han cobrado sus haberes del mes pasado,
ακόμα δεν έχουν εισπράξει την αμοιβή τους για τον προηγούμενο μήνα
3. σνθ, haberes pasivos, οκν, κρατικές συντάξεις
haber ρήμα βοηθητικό, πρχ he> έχω
1. για σύνθετους χρόνους, he venido, έχω έρθει,
habrá salido, θα έχει βγει
no he estado nunca en Grecia, δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα
2. με απαρέμφατο, σαν αποδοκιμασία, ας το είχες πει πριν, ¡haberlo dicho antes!
haberme escuchado, αν με είχες ακούσει
de haberlo sabido… αν το ήξερα…
3. ρμ, έχω, κατέχω, Antonio lee cuantos libros puede haber,
o Αντόνιο διαβάζει όσα βιβλία μπορεί να έχει
4. ρα, πρχ λ-αβαίνει μέρος συμβάν, έχει λ-άβει μέρος γεγονός, ha habido tres terremotos,
έχουν γίνει 3 σεισμοί
5. έχει κόσμο σε μέρος, Haber veinte personas en una reunión,
Να έχει 20 άτομα σε μια συγκέντρωση,
ή υπάρχει, βρίσκεται κάτι σε χώρο, hay dos árboles en la plaza,
υπάρχουν δύο δέντρα στην πλατεία
ή υπάρχει κάτι θεωρητικά, Hay hombres sin caridad, έχει ανθρώπους χωρίς συμπόνια
6. εκφράζει υπόθεση σε μέλλον, habrá 5 mil personas, θα έχει 5 χιλιάδες κόσμο
7. εκφράζει χρόνο που πέρασε για κάτι, έχει τόσο καιρό, χρόνο από κάτι,
seis años ha que le conocí, 6 χρόνια έχει που τον γνώρισα
8. haber de, εκφράζει υποχρέωση, έχω του να, οφείλω, πρέπει,
has de estudiar más, έχεις να, πρέπει να να μελετήσεις περισσότερο
9. εκφράζει πιθανότητα, έχει (πιθανότητα) να, πρέπει, ha de ser su padre,
πρέπει να είναι o πατέρας του
10. ραντ, haberse, habérselas allá, άπτομαι σε αυτά= δικό μου θέμα, κάνω όπως νομίζω, ¡allá se las haya! ας κάνει όπως νομίζει!
habérselas con alguien, οικ, μτφ, τα έχω με κάποιον, τα βάζω με κάποιον
11. εκφ, haber para, είναι για να, había para morirse de risa,
ήταν για να πεθαίνεις από τα γέλια
haber que, έχεις να, πρέπει, hay que trabajar, πρέπει να δουλέψεις
algo habrá, κάτι θα έχει συμβεί, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά,
¡bien haya quien…! τυχερός όποιος…!
todo lo habido y por haber, οικ, ó,τι μπορείς να φανταστείς,
cuando se casó le regalaron lo habido y por haber,
όταν παντρεύτηκε του δώρισαν ό, τι μπορείς να φανταστείς,
habido y por haber, πιθανό και απίθανο που μπορεί να έχει,
no haber más que, δεν υπάρχει καλύτερο
como hay pocos, όσο λίγοι (σε ικανότητα), es un vendedor como hay pocos,
είναι ενας πωλητής όσο λίγοι
donde los haya, όπου αυτοί υπάρχουν= απ’ τους λίγους
esto es lo que hay, οικ, αυτό είναι όλο
no haber nada, nadie como, δεν υπάρχει τίποτα, κανείς σαν
no hay nadie como ella, δεν υπάρχει κανείς σαν κι αυτή
no haber quien, δεν υπάρχει κάποιος
no haber tal, δεν υπάρχει τέτοιο, αυτό
no haber para tanto, όχι και τίποτα τρομερό!
el partido es interesante, pero ¡no hay para tanto!
το παιχνίδι είναι ενδιαφέρον αλλά όχι και τίποτα τρομερό!
no hay de qué, σαν παρακαλώ, δεν κάνει τίποτα, δεν υπάρχει λόγος
¿qué hay!, οικ, τι γίνεται;
ser de lo que no hay, οικ, είναι από αυτά που δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει,
είναι από τα απίστευτα
si los hay, και με το παραπάνω
cohibir πρχ κο-μπλάρω κάποιον να κάνει κάτι ή με συν-έχει κάτι
1. ρμ, κομπλάρω, φέρνω σε δύσκολη θέση, le cohíbe hablar en público,
τον κομπλάρει να μιλά σε κοινό
2. ραντ, κομπλάρομαι με κάτι, νιώθω αμήχανα
cohibición 1. θ, κομπλάρισμα που με εμποδίζει να κάνω κάτι
cohibido, da 1. κομπλαρισμένος, -η, -ο ψυχικά, φοβισμένος, -η, -ο, αμήχανος, -η, -ο,
se siente cohibido ante sus superiores, αισθάνεται κομπλαρισμένος προ των ανωτέρων του
cohibidor, ra 1. ε, κομπλαριστικός= εκφοβιστικός, -ή, -ό, απαγορευτικός, -ή, -ό,
αποτρεπτικός, -ή, -ό
exhibir πρχ εξ-άπτω= εκ-θέτω κάτι ή εξ-έχω προς κάποιον
1. ρμ, επιδεικνύω, εκθέτω, Mi abuelo exhibió sus cuadros en la sala de exposiciones,
Ο παππούς μου εξέθεσε τους πίνακες του στην αίθουσα εκθέσεων
2. δείχνω, Sara nos exhibió las fotografías de su viaje a Europa,
Η Σάρα μας έδειξε φωτογραφίες από το ταξίδι της στην Ευρώπη
3. εκθέτω υλικά πράγματα, La escuela exhibe sus medallas en la vitrina junto al gimnasio,
Το σχολείο εκθέτει τα μετάλλιά του στην προθήκη δίπλα στο γυμναστήριο
4. υψώνω σημαία, τίτλο
5. προβάλλω ταινία, El director del cine va a exhibir su nueva película solo los domingos,
Ο σκηνοθέτης θα προβάλλει τη νέα του ταινία μόνο τις Κυριακές
6. ραντ, εκθέτομαι για προβολή, επιδεικνύομαι, le gusta exhibirse para que la piropeen,
της αρέσει να επιδεικνύεται για να την φιλοφρονούν
exhibición 1. θ, επίδειξη υλικών πραγμάτων, γνώσεων
2. επίδειξη προσόντων
3. έκθεση τέχνης
4. επίδειξη μόδας
5. προβολή ταινίας
6. εκφ, hacer exhibición de algo, κάνω επίδειξη κάποιου πράγματος
exhibicionismo 1. α, επιδειξιομανία
exhibicionista 1. α θ, επιδειξιομανής
2. επιδειξίας
exhibidor, ra 1. ε, εκθεσιακός, -ή, -ό, σχετικός με έκθεση
2. κνμ, α θ, διαχειριστής, -ια, ιδιοκτήτης, -ια κινηματογράφου
inhibir πρχ εν-άπτω ή εν-έχω κάτι= το εμποδίζω ή εν-ιβιρ> εν-κόβω κάτι
1. ρμ, εμποδίζω, su presencia me inhibe mucho, η παρουσία του με εμποδίζει πολύ
El bebé no tuvo ningún estímulo y eso inhibió su aprendizaje,
Το μωρό δεν είχε κανένα ερέθισμα και αυτό εμπόδιζε τη μάθησή του
2. αναστέλλω, αποτρέπω, περιορίζω την λειτουργία σε κάτι, κάποιον,
No hay que conducir bajo los efectos de las drogas porque inhiben tus reflejos,
Δεν πρέπει να οδηγείτε υπό την επήρεια ναρκωτικών, επειδή αναστέλλουν τα αντανακλαστικά σας
3. νομ, διατάζω δικαστή να διακόψει την εκδίκαση μιας υπόθεσης λόγω αναρμοδιότητας
4. ιατ, αναστέλλω, estas píldoras inhiben el apetito, αυτά τα χάπια αναστέλλουν την όρεξη
5. ραντ, αναστέλλομαι, αποτρέπομαι
6. εν-άπτομαι= απέχω, me inhibo de dar consejos, απέχω από το να δώσω συμβουλές
7. νομ, κρίνω τον εαυτό μου αναρμόδιο
8. ιατ, αναστέλλομαι
inhibición 1. θ, παρεμπόδιση, αναστολή, αποτροπή σε κάτι
inhibido, da 1. ε, παρεμποδισμένος, -η, -ο
inhibidor, ra 1. ε, ανασταλτικός, -ή, -ό, αποτρεπτικός, -ή, -ό
inhibidor 1. α, ανασταλτικός παράγοντας, αναστολέας
inhibitoria 1. θ, απόφαση αναρμοδιότητας
inhibitorio, ría 1. ε, ανασταλτικός, -ή, -ó, περιοριστικός, -ή, -ó
2. νομ, σχετικός, -ή, -ό με τη διαταγή διακοπής εκδίκασης μιας υπόθεσης λόγω αναρμοδιότητας
desinhibirse 1. ραντ, ιατ, δεν-άπτομαι σε κάτι= αίρομαι παρεμπόδισης
desinhibición 1. θ, ιατ, άρση παρεμπόδισης
desinhibidamente 1. επρ, ιατ, χωρίς παρεμπόδιση
desinhibido, da 1. ε, ιατ, που του έχει αρθεί η παρεμπόδιση
prohibir πρχ προ-άπτομαι σε κάτι= το απαγορεύω ή προ-κόβω κάτι
1. ρμ, ραντ, απαγορεύω, απαγορεύεται, se prohíbe aparcar en los vados,
απαγορεύεται να παρκάρεις στις διαβάσεις πεζοδρομίου
han prohibido la publicidad de este tipo de productos,
el médico me ha prohibido fumar, o γιατρός μού έχει απαγορεύσει να καπνίζω
2. εκφ, se prohíbe el paso, απαγορεύεται η διάβαση
se prohíbe la entrada, απαγορεύεται η είσοδος
prohibición 1. θ, απαγόρευση, prohibición de fumar, απαγόρευση καπνίσματος
2. ιστ, ποτο-απαγόρευση
3. εκφ, levantar una prohibición, αίρω μια απαγόρευση
prohibicionista 1. ε, α θ, απαγορευτιστικός, -ή, -ό, οπαδός απαγορευτικού συστήματος
prohibido, da 1. ε, απαγορευμένος, -η, -o, acceso prohibido, απαγορευμένη πρόσβαση
2. εκφ, estar prohibido, απαγορεύεται, está prohibida la venta de alcohol a menores, απαγορεύεται η πώληση αλκοόλ σε ανηλίκους
prohibitivo, va 1. ε, κυρ, μτφ, απαγορευτικός, -ή, -ό,
precios prohibitivos, απαγορευτικές τιμές
prohibitorio, ria 1. ε, νομ, για νόμο, ley, απαγορευτικός -ή, -ó
redhibir πρχ περι-άπτω κάτι= το αναστρέφω
1. ρμ, νομ, αναστρέφω πώληση
redhibición 1. θ, νομ, αναστροφή πώλησης
redhibitorio, ria 1. ε, νομ, σχετικός, -ή, -ó με την αναστροφή πώλησης
prebenda πρχ περι-λα-βόντα χρήματα
1. θ, κανονικάτο, αμοιβή ιερέα από εισοδήματα ενορίας, ναού
2. μτφ, προ-νόμιο
prebendado 1. α, θρη, κληρικός μισθοδοτούμενος από εισοδήματα ενορίας, ναού
prebendar 1. ρμ, θρη, περι-λα-βών αξίωμα= παραχωρώ εκκλησιαστικό αξίωμα σε κάποιον
haiga 1. α, οικ, μτφ, μεγάλο και φανταχτερό αυτοκίνητο, κούρσα
gafas πρχ γκαφα-τζής ή γκαβός> που φοράει γυαλιά
1. θ πλ, γυαλιά όρασης, προστασίας, gafas de cerca, γυαλιά πρεσβυωπίας
las gafas de sol, γυαλιά ηλίου
2. μάσκα για υπόγειο κολύμπι, καταδυτική μάσκα, gafas para submarinismo
3. σνθ, gafas bifocales, graduadas, progresivas,
γυαλιά διπλής, εστίασης, πολυεστιακών, προοδευτικών φακών
gafas oscuras, μαύρα γυαλιά
gafas submarinas, γυαλιά κατάδυσης
4. εκφ, llevar gafas, φοράω γυαλιά
ponerse, calarse las gafas, βάζω τα γυαλιά μου
gafotas 1. α θ, οικ, υτμ, γυαλάκιας
gafa πρχ κάρφος 1. θ, μοχλός για την όπλιση της βαλλίστρας, gafa de ballesta
2. ναυ, κοντός, κοντάρι λέμβου
engafar 1. ρμ, ναυ, εν-καρφώνω= γαντζώνω
gafete 1. α, πρχ καρφωτό= άγκιστρο, γάντζος για πιάσιμο σε κάτι
bitácora 1. θ, ναυ, πρχ βουτά-χάρτη= πυξιδοθήκη
2. μτφ, ιστολόγιο, μπλογκ
behaviorismo 1. α, πρχ μπιχεβιορισμός, συμπεριφορισμός, ψυχολογία της συμπεριφοράς
behaviorista 1. ε, α θ, συμπεριφοριστικός, -ή, -ό, συμπεριφοριστής, -α