GUANTE= ΠΡΧ ΓΑΝΤΙ, ΑΓΑΝΤΑ> ΥΠΟΜΟΝΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
guante πρχ γάντι
1. α, γάντι, siempre friega los platos con guantes de goma,
πάντα πλένει τα πιάτα με λαστιχένια γάντια
2. εκφ, arrojarle, tirarle, echarle el guante a alguien, πετάω το γάντι σε κάποιον, προκαλώ
colgar los guantes, κρεμάω τα γάντια, για μποξέρ
con guante blanco, con guante, o con guantes, de seda, με λευκό γάντι ή μεταξιού=
με διπλωματία, με ωραίο τρόπο, με το γάντι
guante blanco, οικ, μτφ, με λευκό γάντι= που ενεργεί κομψά, αριστοκράτης ή επιδέξιος,
ladrón de guante blanco, κλέφτης επιδέξιος
echarle el guante a algo, alguien, οικ, μτφ, βάζω στο χέρι κάτι, κάποιον, πιάνω με το χέρι,
echó el guante a la prenda más cara, άπλωσε το χέρι του στο πιο ακριβό ρούχο,
la policía echó el guante al jefe de la banda, η αστυνομία έπιασε τον αρχηγό της συμμορίας,
estar más suave que un guante, μτφ, είμαι πιο απαλός απο γάτι= είμαι πολύ υπάκουος
ponerse más suave que un guante, γίνομαι χαλί να με πατήσεις
recoger el guante, δέχομαι την πρόκληση
sentar como un guante, μου πάει γάντι, για ρούχα
tratar a alguien con guante de seda, φέρομαι σε κάποιον με το γάντι
guantelete 1. α, περιχειρίδα πανοπλίας
guantera 1. θ, μτφ, γαντιέρα= ντουλαπάκι αμαξιού
guantería 1. θ, πρχ γαντερί= κατασκευή ή πώληση γαντιών
guantero, ra 1. α θ, κατασκευαστής, -ια γαντιών, πωλητής, -ια γαντιών
guantada 1. θ, οικ, μτφ, γαντιά= σφαλιάρα, φούσκος
2. εκφ, darle una guantada a alguien, δίνω σφαλιάρα σε κάποιον
guantazo 1. α, οικ, μτφ, γαντιά= σφαλιάρα, φούσκος
2. εκφ, darle un guantazo a alguien, δίνω σφαλιάρα σε κάποιον
guantanamero, ra 1. ε, από το Γκουαντάναμο
enguantarse 1. ραντ, πρχ εν-γαντιάζομαι= φορώ γάντια
enguantado, da 1. ε, γαντοφορεμένος, -η, -ο
desenguantarse 1. ραντ, ξε-γαντιάζομαι, βγάζω τα γάντια
aguante πρχ αγάντα= αντοχή
1. α, αντοχή ψυχική, σωματική, no tienes aguante y pierdes los nervios con facilidad,
δεν έχεις αντοχή, υπομονή και χάνεις τα νεύρα σου με ευκολία,
el aguante del atleta, η αντοχή του αθλητή
es un hombre de mucho aguante, είναι άνθρωπος με μεγάλη υπομονή
2. για υλικό, αντοχή, ανθεκτικότητα, esta mesa tiene poco aguante,
αυτό το τραπέζι έχει λίγο αντοχή
3. εκφ, tener mucho aguante, έχω μεγάλη αντοχή
ή έχω μεγάλη υπομονή
tener poco aguante, έχω μικρή αντοχή
ή δεν έχω υπομονή
aguantar πρχ αγαντάρω= αντέχω, κρατάω ψυχικά, σωματικά
ή κρατάω, σηκώνω κάτι σαν να το πιάνω με το γάντι= χέρι
1. ρμ, κρατώ, βαστάω, aguántame el bolso, κράτα μου την τσάντα
te aguanto al niño, puedes ir al baño, σου κρατάω το μωρό, μπορείς να πας στο μπάνιο
2. στηρίζω, los pilares aguantan el techo, οι κίονες στηρίζουν το ταβάνι
3. αντέχω βάρος, πίεση υλική, esta estantería no aguantará el peso de los libros,
αυτή το ράφι δεν θα αντέξει το βάρος των βιβλίων
4. υπομένω, ανέχομαι ψυχικά, aguantó la mala conducta de su marido,
υπέμεινε την κακή συμπεριφορά του συζύγου της
no aguanto su mal humor, δεν αντέχω το κακό χιούμορ του
5. έχω υπομονή με κάποιον, no sé cómo aguantas a este compañero,
δεν ξέρω πώς ανέχεσαι αυτόν τον συνάδελφο
6. συγκρατώ, καταπνίγω αντίδραση, γέλια, πράξη, aguantar las ganas de reír,
συγκρατώ τα γέλια
el niño no aguantó el pipi, το παιδί δεν άντεξε και έκανε πιπί
7. ταυ, περιμένω τοποθετώντας μπροστά το αριστερό πόδι την θανάτωση του ζώου
8. ρα, αντέχω, aguantó hasta el final, άντεξε μέχρι το τέλος
9. για υλικό, αντέχω, κρατώ, este abrigo todavía aguantará un invierno más,
αυτό το παλτό θα κρατήσει ένα χειμώνα ακόμη
10. ραντ, συγκρατούμαι, κρατιέμαι, me aguanto y no hago nada,
κρατιέμαι και δεν κάνω τίποτα
no pudo aguantarse las lágrimas, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα
11. πετάω το γάντι= παραιτούμαι και ανέχομαι κάτι, συμβιβάζομαι,
¡que se aguante! πρέπει να το ανεχτεί! ας το πάρει απόφαση!
si no te parece lógico, no te aguantas, αν δεν σου φαίνεται λογικό, δεν συμβιβάζεσαι
aguantable 1. ε, μτφ, που αγαντάρεται= υποφερτός, -ή, -ό, ανεκτός, -ή, -ό
por la mañana la temperatura es aguantable, το πρωί η θερμοκρασία είναι υποφερτή
inaguantable 1. ε, ανυπόφορος, -η, -ο αφόρητος, -η, -ο
aguantaderas 1. θ πλ, μεγάλες αγάντες, υπομονές σε στάση άδικη, προσβολές, ατυχίες,
admiro sus aguantaderas, θαυμάζω τις υπομονές του
2. εκφ, tener buenas, muchas aguantaderas, έχω, διαθέτω μεγάλη υπομονή
tener malas, pocas aguantaderas, έχω κακές, λίγες αντοχές, δεν έχω υπομονή