GRAVE

GRAVE= ΜΤΘ ΓΚΡΑ-ΒΕ> ΒΑ-ΡΥΣ, ΣΟ-ΒΑΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

baria 1. θ, φσκ, βαρύ

baricéntrico, ca 1. ε, φσκ, γμτ, βαρυ-κεντρικός, -ή, -ó

barimetría 1. θ, βαρυμετρία

bario 1. α χημ, βάριο

barisfera 1. θ, γωλ, βαρύσφαιρα

barita 1. θ, χημ, βαρύτης

baritina 1. θ, ορυ βαρυτίνη

barítono 1. ε, α, βαρυτονικός, -ή, -ó , βαρύτονος

barn 1. α, φσκ, μπαρν

barógrafo 1. α φσκ, βαρόγραφος

barómetro 1. α, βαρόμετρο, la tasa de paro puede ser un barómetro de la crisis de un país, Το ποσοστό ανεργίας μπορεί να είναι ένα βαρόμετρο της κρίσης μιας χώρας

2. σνθ, barómetro de mercurio, βαρόμετρο υδραργύρου

barométrico, ca 1. ε, βαρομετρικός, -ή, -ό

baroscopio 1. α, φσκ, βαροσκόπιο

isalóbara 1. θ, μετ, ισαλλοβαρής καμπύλη,

isobara, isóbara 1. θ, ισοβαρής καμπύλη

isobárico, ca 1. ε, ισοβαρικός, -ή, -ó

milibar 1. α, φσκ, μιλι-μπάρ

brío πρχ μπρίο, πρχ εμπρός πάμε, πρχ μπρίζα= ενέργεια

1. α, μπρίο, ενέργεια, ζωντάνια, tiene bríos para vivir veinte años más,

έχει μπρίο για να ζήσει 20 χρόνια ακόμα

2. ενεργητικότητα, trabaja con mucho brío, δουλεύει με μεγάλη ενεργητικότητα

3. χάρη, κομψότητα, se mueve con gran brío, κινείται με πολλή χάρη

4. ορμητικότητα ζώου

5. εκφ, ¡voto a bríos! να πάρει η ευχή!

brioche 1. α, μπριός

brioso, sa 1. ε, ενεργητικός, -ή, -ó, ενθουσιώδης, -ης, -ες,

es una chica briosa είναι πολύ ενεργητική κοπέλα

2. με ένταση στις κινήσεις, πρχ μπριζωμένος= μπριόζος, -α, -ο, ορμητικός, -ή, -ó

caballo brioso, ορμητικό άλογο

se nos acercó con paso brioso, μας πλησίασε με ορμητικό βήμα

briosamente 1. επρ, με μπρίο, ζωντάνια, θαρραλέα, με αποφασιστικότητα,

todos lucharon briosamente, όλοι αγωνίστηκαν με θάρρος

2. με ενθουσιασμό, trabaja briosamente δουλεύει πάντα με ενθουσιασμό

bruto, ta πρχ βρωτό= ωμή τροφή, βρώση, πρχ βλήτο

1. α, θ, για άτομο, θηρίο, κτήνος, με ωμή δύναμη, es tan bruto que le rompió el brazo,

είναι τόσο θηρίο που της έσπασε το χέρι

2. με ωμούς τρόπους, ανάγωγος, -η, άξεστος, -η, procura comportarte y no ser tan bruto,

φρόντισε να φερθείς σωστά και μην είσαι τόσο ανάγωγος

3. πρχ βλήτο στο μυαλό, Hay que ser muy bruto para no saber eso,

πρέπει να είσαι πολύ βλήτο για να μην το ξέρεις αυτό

4. α, λγτ, ζώο, κτήνος, El bruto se negaba a caminar, το κτήνος αρνούταν να περπατήσει

5. ακατέργαστο πετρέλαιο

6. για βάρος, μεικτό, ολικό, peso neto y bruto, βάρος νέτο και μεικτό

Bruto 1. ονο, Βρούτος

bruto, ta 1. ε, για άτομο, άγριος, -α, -ο, κτηνώδης, -ης, -ες, θηριώδης, -ης, -ες,

Qué hombre tan bruto. ¡Deberías alejarte de él!

Τι άγριος άνθρωπος. Πρέπει να απομακρυνθείς απο αυτόν!

2. ανάγωγος, -η, -ο, αγενής, -ής, -ές, άξεστος, -η, -o,

¡no seas bruto, esas palabras no se dicen!

μην είσαι ανάγωγος, αυτές οι λέξεις δεν λέγονται !

3. πρχ βλήτο= χαζός, -ή, -ό, ¡mira que eres bruto! τι βλάκας που είσαι!

4. για μισθό, βάρος, sueldo, peso, μεικτός, -ή, -ó, gana 1500 euros brutos al mes,

κερδίζει 1500 ευρώ μεικτά το μήνα

5. για πράγμα, ακατέργαστος, -η, -ο, αδούλευτος, -η, -o, petróleo bruto, αργό πετρέλαιο

6. εκφ, a lo bruto, με τρόπο ωμό= απερίσκεπτα, siempre actúa a lo bruto,

πάντα ενεργεί απερίσκεπτα

en bruto, ακατέργαστος, diamante en bruto, ακατέργαστο διαμάντι

brutal πρχ πρχ μπρουταλ> πρωτό-γονο ή πρωτο σε ποιότητα

1. ε, με ωμό τρόπο, σαν ζώο, βάναυσος, -η, -o, βίαιος, -η, o,

le dio una paliza brutal, του έδωσε ένα βίαιο ξύλο

hombres brutales, βάναυσοι άνθρωποι

2. οικ, υπέρ του κανονικού, για ποιότητα, μέγεθος, ικανότητες, φοβερός, -ή, -ó,

τρομερός, -ή, -ó, απίθανος, -η, -o, tiene una destreza brutal, έχει μια δεξιότητα φοβερή

una película brutal, μια απίθανη ταινία

brutalidad 1. θ, βαναυσότητα, σκληρότητα, la brutalidad de los hombres,

η βαναυσότητα των ανθρώπων

2. για πράξη, κτηνωδία, θηριωδία, las brutalidades de la guerra,

οι κτηνωδίες του πολέμου

3. για λόγια, ανοησία, βλακεία, ¡no digas más brutalidades! μη λες άλλες βλακείες

4. οικ, μτφ, έμφαση για ποσότητα, υπερβολή, σωρό, κάρο, una brutalidad de ofertas,

ένα κάρο προσφορές

al estreno fue una brutalidad de gente, στην πρεμιέρα πήγε μια θάλασσα κόσμου

bruteza 1. θ, βαναυσότητα, σκληρότητα, ωμότητα

brutalizarse 1. ραντ, πρχ ενεργώ σαν πρωτό-γονος= ενεργώ σαν ζώο, παράλογα, αποκτηνώνομαι, en la guerra los hombres se brutalizan,

στον πόλεμο οι άνθρωποι αποκτηνώνονται

brutalmente 1. επρ, βάναυσα, κτηνωδώς, θηριωδώς

brut 1. ε, α, για σαμπάνια, ξηρό αφρώδες κρασί

abrutado, da 1. ε, άξεστος, -η, -o, es un hombre abrutado y sin modales,

είναι ένας άνθρωπος άξεστος και χωρίς τρόπους

2. κτηνώδης, -ης, -ες, tiene una cara abrutada, έχει ένα κτηνώδες πρόσωπο

embrutecer 1. ρμ, πρχ κάνω πρωτόγονο νοητικά, ψυχικά, αποκτηνώνω, αποβλακώνω,

ese trabajo te embrutece, αυτή η δουλειά σε αποβλακώνει

2. ραντ, αποκτηνώνομαι, αποβλακώνομαι, se embruteció con su total aislamiento,

αποβλακώθηκε με την απόλυτη απομόνωση του

embrutecimiento 1. α, αποκτήνωση, αποβλάκωση

embrutecedor, ra 1. ε, αποκτηνωτικός, -ή, -ό, αποβλακωτικός, -ή, -ό

grave μτθ γκρα-βε> βα-ρύ, σο-βαρό

1. ε, για αρρώστια, κατάσταση, σοβαρός, -ή, -ó, κρίσιμος, -η, -o,

nos enfrentamos a una grave crisis, είμαστε αντιμέτωποι με μια σοβαρή κρίση

su estado es grave, η κατάσταση του είναι κρίσιμη

cometió un grave error, διέπραξε ένα σοβαρό λάθος

2. για ήχο, βαρύς, -ιά, -ύ, posee una voz muy grave, έχει μια φωνή πολύ βαριά

3. για όψη, σοβαρός, -ή, -ό, su grave semblante impone respeto,

το σοβαρό του παρουσιαστικό επιβάλλει τον σεβασμό

4. για στύλ, ύφος, επίσημος, -η, -ο

5. γρμ, για λέξη, παροξύτονος, -η, -o, επειδή πέφτει στο μέσο το βάρος της λέξης

ή για τόνο, tilde, βαρεία

6. μσκ, χαμηλός, -ή, -ό

7. φσκ, βαρύς, -ιά, -ύ

8. θ, παροξύτονη λέξη

graves 1. α πλ, ήχοι μπάσα, el control de los graves, o έλεγχος των μπάσων

gravedad μτθ, βαρύ-τητα

1. θ, σοβαρότητα, βαρύτητα, la gravedad de su rostro impone respeto,

η σοβαρότητα, βαρύτητα του προσώπου του επιβάλλει σεβασμό

2. κρισιμότητα, la gravedad de los hechos, η κρισιμότητα των γεγονότων

fue hospitalizado ante la gravedad de su estado,

μπήκε σε νοσοκομείο λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του

enfermo, herido de gravedad, σοβαρά άρρωστος, τραυματισμένος

3. φσκ, βαρύτητα

4. σνθ, gravedad cero, φσκ, μηδενική βαρύτητα

microgravedad 1. θ, φσκ, μικροβαρύτητα

gravedoso, sa 1. ε, σοβαρός, -ή, -ó, επιφυλακτικός, -ή, -ό

gravoso, sa 1. ε, που πέφτει βαρύ, που βαρύνει, ενοχλητικός, -ή, -ó, φορτικός, -ή, -ó,

le ha tocado la gravosa tarea de acomodar a los invitados,

του έχει τύχει το ενοχλητικό καθήκον του να βολέψει τους καλεσμένους

2. με βαριά δαπάνη για κάτι, ακριβός, -ή, -ó, δαπανηρός, -ή, -ó,

la compra de nuevas máquinas resultará muy gravosa para la fábrica,

η αγορά νέων μηχανών θα βγει πολύ δαπανηρή για το εργοστάσιο

gravemente 1. επρ, πρχ βε-βαρυμένα, σοβαρά, está gravemente enfermo,

είναι σοβαρά άρρωστος

gravar 1. ρμ, οκν, πρχ επι-βαρύνω

gravar con, οκν, επιβαρύνω με

gravamen 1. α, επι-βάρυμα= δασμός, τέλος, φόρος

2. σνθ, gravamen municipal, δημοτικό τέλος

3. εκφ, libre de gravamen, ελεύθερος= άνευ δασμών

sujeto a gravamen, υποκείμενο σε δασμούς

gravimetría 1. θ, φσκ, βαρυτο-μετρία

gravidez 1. θ, λογ, εγκυμοσύνη γυναίκας

2. ιδιότητα του grávido, βαρύτητα

grávido, da 1. ε, για ζώο, βαρύς, -ιά, -ύ

2. εγκυμονούσα

3. ποι, γεμάτος, -η, -o, el árbol estaba grávido de frutos,

το δέντρο ήταν γεμάτο απο καρπούς

gravitar 1. ρα, κινούμαι, έλκομαι εξαιτίας της δύναμης της βαρύτητας,

la Tierra gravita alrededor del Sol, η Γή κινείται γύρω από τον ήλιο λόγω βαρύτητας

2. gravitar sobre, ρίχνω το βάρος> βαρύνω επι = στηρίζομαι πάνω λόγω βαρύτητας,

el techo gravita sobre recios pilares, η στέγη στηρίζεται πάνω σε ισχυρές κολώνες

3. μτφ, βαραίνει, sobre mí gravita toda la responsabilidad,

η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά εμένα

4. μτφ, επικρέμομαι, αιωρούμαι, un nuevo peligro gravita sobre el país,

ένας νέος κίνδυνος αιωρείται πάνω από τη χώρα

gravitación 1. θ, φσκ, δύναμη της βαρύτητας

gravitacional 1. ε, φσκ, βαρυτικός, -ή, -ó

gravitatorio, ria 1. ε, φσκ, βαρυτικός, -ή, -ó

gravitón 1. α, φσκ, βαρυτόνιο, γκραβιτόνιο

ingravidez 1. θ, πρχ ανευ-βαρύτητας= άνευ βάρους, ελαφρότητα, απουσία βάρους

2. φσκ, έλλειψη βαρύτητας

ingrávido, da 1. ε, πρχ ανευ-βαρους= ελαφρύς, -ιά, -ύ

2. φσκ, αβαρής, -ής, -ές

desgravar πρχ δεν βαρύνω κάτι, ξε-βαρύνω, αντι-βαρύνω από

1. ρμ, οκν, για άτομο, αποβαρύνω από έξοδα, δικαιολογώ,

yo desgravo los gastos de papelería, δικαιολογώ τις δαπάνες για χαρτικά

2. εκπίπτω, los alquileres desgravan un 10%, το 10% του ενοικίου εκπίπτει του φόρου

3. ρα, εκπίπτω, ¿los gastos de viaje desgravan? τα έξοδα ταξιδιού εκπίπτουν;

4. ραντ, μειώνομαι, εκπίπτω, los gastos médicos se desgravan,

τα ιατρικά έξοδα απο-βαρύνονται= εκπίπτουν

5. για άτομο, απο-βαρύνομαι= απαλλάσσομαι του φόρου

desgravación 1. θ, οκν, φορολογική έκπτωση, ελάφρυνση

2. δασμολογική έκπτωση

3. σνθ, desgravación de impuestos, φορολογική ελάφρυνση, έκπτωση

desgravación fiscal, φορολογική ελάφρυνση, έκπτωση

desgravable 1. ε, οικ, εκπίπτων, -ουσα, -ον

agravar πρχ βαρύνω μια κατάσταση, αρρώστια

1. ρμ, επιβαρύνω, επιδεινώνω, el desempleo agrava la crisis social,

η ανεργία επιδεινώνει την κοινωνική κρίση

este clima puede agravar su estado de salud,

αυτό το κλίμα μπορεί να επιβαρύνει την κατάστασή της υγείας του

2. επιβαρύνω, αυξάνω τους φόρους, agravaron los impuestos, αύξησαν τη φορολογία

3. ραντ, επιβαρύνομαι, επιδεινώνομαι

agravación 1. θ, επιβάρυνση, επιδείνωση, χειροτέρευση

2. αύξηση φόρων

agravamiento 1. α, επιβάρυνση, επιδείνωση, χειροτέρευση

agravador, ra 1. ε, επιβαρυντικός, -ή, -ό, επιδεινωτικός, -ή, -ό

agravante 1. ε, επιβαρύνων, -ουσα, -ον, που προκαλεί επιδείνωση, επιβαρυντικός, -ή, -ó,

La pobreza es un factor agravante para muchos problemas de salud,

Η φτώχεια είναι επιβαρυντικός παράγοντας για πολλά προβλήματα υγείας

2. α θ, επιβαρυντικό= παράγοντας επιβάρυνσης, επιδείνωσης,

el tabaco es un agravante de su enfermedad,

το κάπνισμα είναι παράγοντας επιβάρυνσης, λειτουργεί επιβαρυντικά για την ασθένεια της

3. νομ, robo con agravantes, κλοπή με επιβαρυντικά στοιχεία

la agravante de reincidencia, το επιβαρυντικό στοιχείο της υποτροπής

reagravar 1. ρμ, περι-βαρύνω= επιβαρύνω, επιδεινώνω επιπλέον

2. ραντ, επιδεινώνομαι επιπλέον, su enfermedad se reagravó a los pocos días,

Η ασθένειά του επιδεινώθηκε λίγες μέρες αργότερα

reagravación 1. θ, εκ νέου επιδείνωση, επιβάρυνση

agraviar πρχ λέω βαριά λόγια σε κάποιον, προσβάλλω

1. ρμ, προσβάλλω, pretendía agraviarme con sus palabras,

προσπαθούσε να με προσβάλλει με τα λόγια του

2. επιβαρύνω, el pago de este impuesto agravia al minorista,

η πληρωμή αυτού του φόρου επιβαρύνει τον πωλητή λιανικής

3. ραντ, προσβάλλομαι, agraviarse por una broma, προσβάλλομαι απο ένα αστείο

agravio

1. α, βαριά λόγια= προσβολή, ύβρις, sus palabras fueron un agravio a la institución,

τα λόγια του αποτέλεσαν ύβρις για το ίδρυμα

2. σωματική βλάβη, ζημία, φθορά, reclama por el agravio sufrido,

διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη.

3. σνθ, agravio comparativo, βάρυμα= ζύγισμα συγκριτικό σε 2, διάκριση, μεροληψία,

άδικη μεταχείριση, no puedo tratarte de forma especial, eso sería un agravio comparativo,

δεν μπορώ να σου φερθώ με τρόπο ειδικό, θα ήταν μεροληψία

4. εκφ, deshacer agravios, ζητώ ικανοποίηση για προσβολή άλλου, επιζητώ αποκατάσταση

ή παίρνω εκδίκηση για προσβολή δική μου

agravioso, sa 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ό, υβριστικός, -ή, -ό

agraviador, ra 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ό, υβριστικός, -ή, -ό

2. α θ, που προσβάλλει, υβριστής

agraviamiento 1. α, προσβολή, ύβρις

2. βλάβη, ζημία

agraviante 1. ε, α θ, προσβλητικός, -ή, -ό, υβριστικός, -ή, -ό, υβριστής

duda agraviante, αμφιβολία προσβλητική

2. βλαπτικός, -ή, -ό, φθορέας, el agraviante debe reparar los daños,

ο φθορέας πρέπει να επανορθώσει τις ζημιές

desagraviar 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-βαρύνω την προσβολή= ζητώ συγγνώμη, επανορθώνω,

insisto en que me desagravie públicamente, επιμένω να μου ζητήσει συγγνώμη δημοσίως 2. ρμ, ραντ, αποζημιώνω, el juez ordenó que se desagraviara al demandante,

ο δικαστής διέταξε να αποζημιωθεί ο αιτών

desagravio 1. α, επανόρθωση προσβολής, συγγνώμη

2. αποζημίωση

3. εκφ, exigir un desagravio, απαιτώ, αξιώνω επανόρθωση

Scroll to Top