GENUINO= ΠΡΧ ΓΩΝΙΑ, ΓΝΗΣΙΟ, ΓΟΝΑΤΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
goniógrafo 1. α, στρ, γωνιογράφος
goniometría 1. θ, γωνιομετρία
goniómetro 1. α, τχν, γωνιόμετρο
hinojos 1. α, λγτ, γόνυ, se hincaron de hinojos ante el altar,
έκλιναν το γόνυ μπροστά στον βωμό
decagonal 1. ε, γμτ, δεκάγωνος, -η, -ο
decágono 1. α, γμτ, δεκάγωνο
diagonal 1. ε, γμτ, διαγώνιος, -α, -o, línea diagonal, γραμμή διαγώνια
2. θ, διαγώνιος, trazar la diagonal entre A y B, χαράζουμε τη διαγώνιο μεταξύ Α και Β
3. εκφ, en diagonal, διαγώνια, διαγωνίως
diagonalmente 1. επρ, διαγώνια, διαγωνίως
dodecágono 1. α, γμτ, δωδεκάγωνο
dodecagonal 1. ε, δωδεκαγωνικός, -ή, -ó
dodecágono, na 1. ε, γμτ, δωδεκαγωνικός, -ή, -ó
endecágono, na 1. ε, γμτ, εντεκάγωνος, -η, -o
endecágono 1. α, εντεκάγωνο
eneagonal 1. ε, εννιάγωνος, -η, -o
eneágono 1. α, εννιάγωνο
genol 1. α, ναυ, μανδάλι
genuflexión 1. θ, γονυ-κλισία
genuflexo, xa 1. ε, λογ, γονυ-πετής, -ής, -ές
octágono 1. α, γμτ, οκτάγωνο
octágono, na 1. ε, οκτάγωνος, -η, -o
octagonal 1. ε, οκταγωνικός, -ή, -ó
poligonáceas 1. θ πλ, βοτ, πολυγονοειδή
polígono 1. α, πολύγωνο
2. σνθ, polígono de tiro, περιοχή δοκιμών εκρήξεων
polígono industrial, βιομηχανική περιοχή
polígono residencial, οικιστική περιοχή
poligonal ε, πολυγωνικός, -ή, -ó
trígono, na 1. ε, τριγωνικός, -ή, -ó
trigonocéfalo 1. α, ζωλ, τριγωνοκέφαλος, βόθρωψ
trigonometría 1. θ, τριγωνομετρία
2. σνθ, trigonometría plana, esférica επίπεδη, σφαιρική τριγωνομετρία
trigonométrico, ca 1. ε, τριγωνομετρικός, -ή, -ó
genuino, na 1. ε, πρχ γνήσιος, -α, -ο, αγνός, -ή, -ό για υλικό, αυθεντικός, -ή, -ó,
jersey de genuina angora, πουλόβερ από γνήσιο, αγνό μαλλί άνκαρα
recuerdo el genuino sabor del té inglés, θυμάμαι την γνήσια γεύση του αγγλικού τσαγιού
2. τυπικός, -ή, -ό, esta receta de sopa es genuina de la zona,
αυτή η συνταγή σούπας είναι τυπική της περιοχής
genuinamente 1. επρ, γνήσια, τυπικά, αυθεντικά, un plato genuinamente español,
ένα τυπικό ισπανικό φαγητό
Genova 1. ονο, Γένοβα
genovés, esa 1. ε, γενοβέζικος, -η, -o
2. α θ, Γενοβέζος, Γενοβέζα