GANDAYA
gandaya 1. θ, πρχ καν-ντα-για> κάνει τα χούγια του= μποέμικη ζωή
gandinga 1. θ, ορυ, ορυκτό που έχει υποστεί απόπλυση και τεμαχισμό
GANDAYA
gandaya 1. θ, πρχ καν-ντα-για> κάνει τα χούγια του= μποέμικη ζωή
gandinga 1. θ, ορυ, ορυκτό που έχει υποστεί απόπλυση και τεμαχισμό