GANCHO

GANCHO= ΠΡΧ ΓΑΝΤΖΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gancho πρχ γάντζος

1. αγάντζος, για κρέμασμα, αγκίστρι, colgó la bolsa de un gancho,

κρέμασε την τσάντα απο ένα γάντζο

2. οξύ άκρο σε κλαδί, σαν γάντζος, habrá que cortar los ganchos del árbol,

θα πρέπει να κόψουμε τα σπασμένα κλαδιά του δέντρου

3. οικ, μτφ, κράχτης σε πώληση, άτομο στο πλήθος για να προσποιηθεί την αγορά,

σαν γάντζος, tenía varios ganchos para convencer a los incautos,

είχε αρκετούς κράχτες για να πείσει τους αφελείς

4. οικ, μτφ, γάντζος= θέλγητρο, δέλεαρ, προσόν,

uno de los ganchos del proyecto es su bajo coste,

ένα από τα προσόντα του προγράμματος είναι το χαμηλό κόστος του

5. οικ, μτφ, προσόν που ελκύει, χάρη, este presentador tiene mucho gancho,

αυτός ο παρουσιαστής έχει πολύ χάρη

6. αθλ, μτφ, στο μπάσκετ, σουτ με άλμα

7. στο μποξ, κροσέ

8. εκφ, tener gancho, έχει γάντζο= ταλέντο να τραβάει, κάνει καλά κάτι,

tiene gancho como relaciones públicas, έχει ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις

la melodía tiene mucho gancho, η μελωδία σου έχει πολύ κολάι, κολλάει αμέσως

για άτομο, έχω σκέρτσο, κάτι, una chica con mucho gancho, ενα κορίτσι με πολύ σκέρτσο

ganchoso, sa, ganchudo, da 1. ε, για σχήμα, γαμψός, -ή, -ó, αγκυλωτός, -ή, -ó

nariz ganchuda, μύτη γαμψή

2. α θ, μτφ, πονηρός, -ρή, πανούργος

ganchero 1. α, γαντζάρης, άτομο σε ποτάμι που κατευθύνει τα ξύλα με στύλο γάντζο

ganchillo 1. α, πρχ γαντζάκι= βελονάκι, un tapete de ganchillo, ένα κάλυμμα από βελονάκι 2. τσιμπιδάκι για μαλλί, φουρκέτα

3. τχν, εργαλείο για ελικοειδή κρόσσια

ganchito 1. α, τραγανό ορεκτικό σαν γαντζάκι από καλαμπόκι ή πατάτα

enganche 1. α, πρχ εν-γάντζος= γάντζος, τσιγκέλι, αγκίστρι

2. σύστημα σύνδεσης σε βαγόνια, τρένα

3. ζεύξη, υποζύγιο σε άλογα, βόδια

enganchar πρχ εν-θέτω σε γάντζο, γαντζώνω, μτφ πιάνω, πιάνομαι σε κάτι

1. ρμ, ραντ, ρα, εν-θέτω στον γάντζο κάτι ή το κρεμάω, αγκιστρώνω, γατζώνω, κρεμάω,

el jersey se enganchó en el picaporte, το φλιζ γαντζώθηκε στον σύρτη

enganchar un jamón, κρεμάω ενα χοιρομέρι

enganchar el abrigo en la percha, κρεμάω το παλτό στην κρεμάστρα

2. ρμ, γαντζώνω σε όχημα, engancha el remolque al coche,

γάντζωσε την ρυμούλκα στο αμάξι

3. ζεύω άλογο, βόδι

4. γαντζώνω, αγκιστρώνω με αγκίστρι

5. οικ, μτφ, τσακώνω κλέφτη, la policía los persiguió por la calle hasta que los enganchó,

η αστυνομία τους κυνήγησε στο δρόμο μέχρι που τους τσάκωσε

6. οικ, μτφ, αρπάζω κρύωμα, γρίπη

7. οικ, μτφ, μεθώ, γίνομαι στουπί, σαν να με γαντζώνει το ποτό

8. οικ, μτφ, με γαντζώνει μια ταινία, βιβλίο, κάτι με απορροφά, συνεπαίρνει,

me gustan las novelas que me enganchan desde la primera página,

μου αρέσουν τα μυθιστορήματα που γαντζώνουν απο την πρώτη κιόλας σελίδα

9. οικ, μτφ, γαντζώνω ταίρι, βρίσκω ταίρι, γκόμενο, -να

10. οικ, μτφ, γαντζώνω δουλειά, θέση, πετυχαίνω

11. οικ, μτφ, γαντζώνω, μαγκώνω πελάτη

12. οικ, μτφ, γαντζώνω κάποιον, κολακεύω, καλοπιάνω, κατακτώ,

la enganchó con su mirada triste, την κατέκτησε με την θλιμμένη ματιά του

13. ταυ, κτυπάω, καρφώνω με τα κέρατα

14. ναυ, αγκιστρώνω

15. τχν, συνδέω, tardarán quince días en engancharme el teléfono,

θα αργήσουν 15 μέρες να μου συνδέσουν το τηλέφωνο

16. στρ, στρατολογώ

17. μτφ, εθίζω, el tabaco engancha, o καπνός εθίζει

18. ραντ, γαντζώνομαι, αγκιστρώνομαι, πιάνομαι, se le enganchó la falda en las ramas,

της γαντζώθηκε η φούστα στα κλαδιά

19. μτφ, γαντζώνομαι με κάποιον= πιάνομαι, αρπάζομαι,

se engancharon por una tontería, αρπάχτηκαν για μία ανοησία

20. στρ, κατατάσσομαι, se enganchó en la Legión, κατατάχθηκε στην Λεγεώνα

21. engancharse a, μτφ, κολλάω με, εθίζομαι σε, está enganchada a Internet,

είναι κολλημένη στο ιντερνέτ

enganchamiento 1. α, γάντζωμα, κρέμασμα με γάντζο

2. στρ, στρατολόγηση

3. πράξη και αποτέλεσμα του enganchar, engancharse

enganchada 1. θ, οικ, μτφ, πιάσιμο στα χέρια, διαπληκτισμός, μάλωμα, τσακωμός

2. εκφ, tener una enganchada con alguien, πιάνομαι στα χέρια με κάποιον,

διαπληκτίζομαι, αρπάζομαι, τσακώνομαι με κάποιον

enganchón 1. α, γάντζωμα, κρέμασμα σε κάτι

2. μτφ, σχίσιμο ρούχου, σαν απο πιάσιμο γάντζου, me he hecho un enganchón en el jersey,

μου έκανα ενα σχίσιμο στο φλιζ

3. οικ, μτφ, πιάσιμο στα χέρια, καβγάς, προστριβή, σύγκρουση

desenganchar πρχ ξ-εν-γαντζώνω

1. ρμ, ξεζεύω άλογο, desenganchar los caballos del carro, ξεζεύω τα άλογα απο την άμαξα

2. αποσυνδέω, απαγκιστρώνω βαγόνι, ρυμούλκα

3. οικ, μτφ, απεξαρτώ απο εθισμό, ξεκολλάω, απαλλάσσω από εξάρτηση

4. ραντ, απεξαρτούμαι, hace tiempo que se desenganchó de la cocaína,

έχει καιρό που απεξαρτήθηκε απο την ηρωίνη

5. ξεγαντζώνομαι απο κάτι, ξεπιάνομαι, ξεμαγκώνομαι,

se desenganchó de la alambrada con dificultad,

ξεπιάστηκε απο το συρματόπλεγμα με δυσκολία

desenganche 1. α, απόζευξη

2. αποσύνδεση, απαγκίστρωση

3. απεξάρτηση απο εθισμό

reenganchar 1. ρμ, στρ, στρατολογώ για δεύτερη φορά

2. ραντ, στρ, κατατάσσομαι στο στρατό για δεύτερη φορά

reenganchado 1. α, στρ, στρατολογούμενος για δεύτερη φορά

reenganchamiento 1. α, στρ, επαναστρατολόγηση

reenganche 1. α, στρ, επαναστρατολόγηση

ganzúa 1. θ, γάντζος για διάρρηξη κλειδαριάς, el ladrón forzó la cerradura con una ganzúa,

ο κλέφτης άνοιξε την κλειδαριά με ενα γάντζο

2. οικ, μτφ, γαντζο-χέρης= ελαφρο-χέρης, κλέφτης, διαρρήκτης

3. μτφ, άτομο που εκμαιεύει μυστικά απο τον άλλο, σαν γάντζος

guinchar ρμ, πληγώνω ή τσιμπάω με άκρη γάντζου, μπήγω, παρακεντώ

guincho 1. α, ακίδα

2. πριμ επαναστρατολόγησης, σαν γάντζος> δόλωμα

Scroll to Top