GABAZO= ΜΤΘ ΒΑΓΑΣΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gabazo 1. α, βαγάσση
baga 1. θ, βοτ, ανόνα η λεία
bagar 1. ρα, για λινάρι, εκκοκκίζω
bagatela 1. θ, μπαχατέλα, ασήμαντο, άχρηστο πράγμα, no pierdas el tiempo en bagatelas μην σπαταλάς το χρόνο σου σε ασήμαντα πράγματα
2. μσκ, μπαγκατέλα
bagazo 1. α, κατάλοιπο εκκοκκισμού λιναριού
2. βαγάσση, κατάλοιπο εκχύλισης ζαχαροκάλαμου
3. κατακάθι απόσταξης σταφυλιού
baya 1. θ, βοτ, ράγα
2. με μπούγιο= σαρκώδης καρπός με σποράκια
3. είδος μούρου
abayado, da 1. ε, βοτ, με μπούγιο= σαρκώδης, -ης, -ες