FÍSICA= ΠΡΧ ΦΥΣΙΚΗ, ΦΥΟΜΑΙ, ΦΥΩ, ΠΡΧ ΠΡΟΒΑ, ΠΡΟΒΑΡΩ, ΔΟΚΙΜΑΖΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
física 1. θ, φυσική επιστήμη
físicamente 1. επρ, φυσική εμφάνιση= εμφανισιακά, εμφανισιακώς, σωματικά
físicamente es muy guapo, εμφανισιακά είναι πολύ ωραίος
2. σαν φυσικό αποτέλεσμα= πραγματικά, εκ των πραγμάτων,
físicamente imposible, εκ των πραγμάτων αδύνατο
físico, ca 1. ε, σχετικός με για φυσική, γεωγραφία, φυσικός, -ή, -ó
está especializado en ciencias físicas, είναι ειδικευμένος σε φυσικές επιστήμες
2. σχετικός με σώμα, φύση, σωματικός, -ή, -ό, φυσικός, -ή, -ó, cada día hace ejercicio físico,
κάθε μέρα κάνει σωματική άσκηση
3. α θ, καθηγητής, -ια φυσικής
físico 1. α, φυσική παρουσία, εξωτερική εμφάνιση, σωματική διάπλαση,
tiene un físico muy atractivo, έχει μια εμφάνιση πολύ ελκυστική
fisicomatemático, ca 1. ε, φυσικομαθηματικός, -ή, -ό
fisicoquímica 1. θ, φυσικοχημεία
fisicoquímico, ca 1. ε, α θ, φυσικο-χημικός, -ή, -ό
metafísica 1. θ, φλφ, μεταφυσική
metafísicamente 1. επρ, μεταφυσικά
metafísico, ca 1. ε, α θ, φλφ, μεταφυσικός, -ή, -ó
microfísica 1. θ, μικροφυσική
fisiatra 1. α θ, ιατ, πρχ φυσίατρος= θεραπευτής, -ια με φυσικά μέσα
fisiatría 1. θ, ιατ, θεραπεία με φυσικά μέσα
fisiocracia 1. θ, φυσιοκρατία
fisiócrata 1. ε, α θ, φυσιοκρατικός, -ή, -ό, φυσιοκράτης
fisioculturismo 1. α, αθλ, πρχ φυσιοκουλτουρισμός= μπόντι-μπίλντινγκ
fisioculturista 1. ε, α θ, αθλ, μποντιμπίλντερ
fisiognómica 1. θ, ψυχ, φυσιογνωμική
fisiognomonfa 1. θ, ψυχ, φυσιογνωμική
fisiognomónico, ca 1. ε, ψυχ, φυσιογνωμικός, -ή, -ó
fisiognomonista 1. α θ, ψυχ, φυσιογνώμων
fisiografía 1. θ, φυσική γεωγραφία
fisiográfico, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με τη φυσική γεωγραφία
fisiógrafo, fa 1. α θ, ειδικός, -ή στη φυσική γεωγραφία
fisiología 1. θ, φυσιολογία
fisiológico, ca 1. ε, φυσιολογικός, -ή, -ό
fisiologismo 1. α, φυσιολογισμός
fisiólogo, ga 1. α θ, φυσιολόγος
fisiopatología 1. θ, ιατ, φυσιοπαθολογία
fisioterapia 1. θ, ιατ, φυσιοθεραπεία
fisioterapeuta 1. α θ, ιατ, φυσιοθεραπευτής, -ια
fisioterapéutico, ca 1. ε, ιατ, φυσιοθεραπευτικός, -ή, -ó
fisioterápico, ca 1. ε, ιατ, φυσιοθεραπευτικός, -ή, -ó
fisonomía, fisionomía 1. θ, φυσιογνωμία
fisonómico, ca, fisionómico, ca 1. ε, φυσιογνωμικός, -ή, -ó
fisonomista, fisionomista 1. ε, α θ, φυσιογνωμιστής, -ια
monofisismo 1. α, μονοφυσιτισμός
monofisita 1. ε, α θ, μονοφυσιτικός, -ή, -ó, μονοφυσίτης, -ισσα
sínfisis 1. θ, ανα, σύμφυσις
2. σνθ, sínfisis púbica, ηβική σύμφυση
apófisis 1. θ, ανα, απόφυση
diáfisis 1. θ, ανα, διάφυση
endofito, ta 1. ε, βοτ, ενδόφυτος, -η, -o
endofito 1. α, βοτ, ενδόφυτο
enfiteusis 1. θ, νομ, εμφύτευση
enfiteuta 1. α θ, νομ, εμφυτευτής, -ια
enfitéutico, ca 1. ε, νομ, εμφυτευτικός, -ή, -ó
eufuismo 1. α, ευφυϊσμός
fitina 1. θ, φρμ, φυτίνη
fitobiología 1. θ, φυτοβιολογία
fitófago, ga 1. ε, φυτοφάγος, -α, -o
fitofarmacia 1. θ, φυτοφαρμακολογία
fitógeno, na 1. ε, βοτ, φυτογενετικός, -ή, -ό, φυτο-γενές, -ής, -ή, από το φυτικό βασίλειο
fitografía 1. θ, βοτ, φυτογραφία
fitología 1. θ, φυτολογία
fitopatología 1. θ, φυτοπαθολογία
fitopatólogo, ga 1. α θ, φυτοπαθολόγος
fitoplancton 1. α, φυτοπλαγκτόν
fitosanitario, ría 1. ε, φυτοϋγειονομικός, -ή, -ó
fitoterapéutico, ca 1. ε, ιατ, φυτοθεραπευτικός, -ή, -ó
fitoterapia 1. θ, φυτοθεραπεία
fitotomía 1. θ, φυτονομία, ανατομία των φυτών
fitozoario 1. α, ζωόφυτο
protofitos 1. α πλ, πρωτόφυτα
fíat 1. α, πρχ φύω το χέρι μου= άδεια, ευλογία
futurismo 1. α, τεχ, φουτουρισμός, μελλοντισμός
futurista 1. ε, α θ, φουτουριστικός, -ή, -ó, φουτουριστής, -ια
futuro, ra πρχ φουτουριστικός=που φύεται προς το μέλλον
1. ε, μελλοντικός, -ή, -ó, επερχόμενος, -η, -o, el futuro profesor, ο μελλοντικός καθηγητής
2. γρμ, μελλοντικός, -ή, -ό
3. α θ, μέλλων, -ουσα σύζυγος
futuro 1. α μτφ αύριο , μέλλον no hay futuro δεν υπάρχει μέλλον
2. γρμ μέλλοντας
futuros 1. α πλ, οκν, που φύονται> μελλοντικές= προθεσμιακές πράξεις
συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης
futurible 1. ε, μελλοντικό, που φύεται = μτφ, πιθανός, -ή, -ó, ενδεχόμενος, -η, -ο,
δυνητικός, -ή, -ó, una solución futurible, μια λύση πιθανή
2. α, πιθανό συμβάν, πιθανή υπόθεση, ενδεχόμενο
un futurible muy verosímil, ένα ενδεχόμενο πολύ πιθανό
futurología 1. θ, μελλοντολογία
futurólogo, ga 1. α θ, μελλοντολόγος
dubitación πρχ δι-βατισμα ή δι-φυτισις= δυο βαδίσματα, γνώμες
1. θ, δισταγμός, αμφιβολία
2. διερώτηση στην ρητορική
dubitativamente 1. επρ, δι-βαδιστικά= διστακτικά, αμφίβολα
dubitativo, va 1. ε, δι-βαδιστικός= διστακτικός, -ή, -ό
2. μτφ, δύσπιστος, -η, -o
indubitable 1. ε, α-δι-βάδιστος= αναμφίβολος, -η, -o, αναφισβήτητος, -η, -ο
duda πρχ δυάδα γνωμών ή διττό-τητα = δυο γνώμες
1. θ, αμφιβολία, no tengas duda de su lealtad, μην έχεις αμφιβολία για την πίστη του
2. υποψία για κάτι, no tengo duda, δεν έχω υποψία
3. μτφ, σαν δυάδα ψυχική= αναποφασιστικότητα, αβεβαιότητα
4. μτφ, ερώτηση, απορία, πρόβλημα, al final de la clase estuvimos aclarando dudas,
στο τέλος του μαθήματος καθίσαμε και διευκρινίσαμε απορίες
5. εκφ, ante la duda… , σε περίπτωση αμφιβολίας…
estar, quedar fuera de (toda) duda, στέκει εκτός απο= δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία
¡la duda ofende! οικ, μτφ, η αμφιβολία προσβάλει= ευχαριστώ πολύ για την εμπιστοσύνη!
poner algo en duda, θέτω σε αμφιβολία κάτι, αμφιβάλλω για κάτι
sacar a alguien de la duda, βγάζω κάποιον από την αμφιβολία
sin duda (alguna), χωρίς (καμιά) αμφιβολία, αναμφίβολα
no caber duda, δεν χωρά αμφιβολία
dudar 1. ρα, πρχ δυαδίζω= είμαι σε δύο γνώμες, αμφιβάλλω, διστάζω,
dudo de sus promesas, αμφιβάλλω για τις υποσχέσεις του
2. μτφ, δε νομίζω
3. ρα, ρμ, μτφ, δεν είμαι σίγουρος, σαν σε δυο γνώμες
4. μτφ, αμφιταλαντεύομαι, duda entre ir a Irlanda o a Suecia,
αμφιταλαντεύεται μεταξύ του να πάει στην Ιρλανδία ή στην Σουηδία
5. αμφιβάλλω= δεν εμπιστεύομαι, dudo de aquellos compañeros,
αμφιβάλλω για εκείνους τους συναδέλφους
dudosamente πρχ διττά, με δύο γνώμες
1. επρ, μπροστά απο επίθετο= ελάχιστα, όχι και τόσο, su actitud es dudosamente correcta, η συμπεριφορά του είναι όχι και τόσο σωστή
2. με δισταγμό, διστακτικά
3. με αμφιβολία για κάτι, πιθανώς να μην, μάλλον δεν, είναι αμφίβολο,
dudosamente lloverá, μάλλον δεν θα βρέξει
dudoso, sa 1. ε, διττός, -ή, -ό για κάτι, αμφίβολος, -η, -o, που προκαλεί αμφιβολία,
asunto dudoso, υπόθεση αμφίβολη,
2. για ποιότητα, αμφίβολος, -η, -o, nos trajo una tela de dudosa calidad,
μας έφερε ενα ύφασμα αμφιβόλου ποιότητας
3. μτφ, με λίγη πιθανότητα, αβέβαιος, -η, -o,
indudable 1. ε, αναμφίβολος, -η, -ο, αναμφισβήτητος, -η, -o
indudablemente 1. επρ, αναμφίβολα, αναμφισβήτητα
probar πρχ προβάρω= δοκιμάζω
1. ρμ, προβάρω κάτι ή κάποιον, δοκιμάζω, τεστάρω, prueba la máquina antes de comprarla,
δοκίμασε την μηχανή προτού την αγοράσεις
2. ρμ, ραντ, προβάρω κάτι για να δώ αν ταιριάζει, probar el traje, προβάρω το κουστούμι, se probó el traje que le había hecho el sastre,
πρόβαρε το κουστούμι που του είχε φιάξει ο ράφτης
¿me lo puedo probar? μπορώ να το δοκιμάσω;
3. ρμ, προβάρω= δοκιμάζω φαγητό, ποτό, probaré la sopa para ver si le falta sal,
θα δοκιμάσω την σούπα για να δω αν της λείπει αλάτι
hace meses que no pruebo el chocolate, έχει μήνες που δεν τρώω σοκολάτα
4. μτφ, προβάρω κάτι= αποδεικνύω, el abogado pudo probar la inocencia del acusado,
ο δικηγόρος μπόρεσε να αποδείξει την αθωότητα του κατηγορούμενου
5. μτφ, ενα πράγμα είναι σημάδι για κάτι άλλο, σαν πρόβα για κάτι, προ-φύω κάτι, δείχνω,
su rostro rojo prueba su verguenza, το κόκκινο πρόσωπο προβάρει= δείχνει την ντροπή του
6. προβάρω να κάνω κάτι, δοκιμάζω να το κάνω, αποπειρώμαι,
probó a arreglar el reloj, pero no pudo, δοκίμασε να φιάξει το ρολόι, αλλά δεν μπόρεσε
prueba πρχ πρόβα= δοκιμή, απόδειξη
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του probar
2. πρόβα, nos hizo una prueba del funcionamiento de la máquina,
μας έκανε μια πρόβα της λειτουργιάς της μηχανής
3. απόδειξη, no tienen pruebas que demuestren que estuvo aquí,
δεν έχουν αποδείξεις να αποδείξουν πως βρέθηκε εδώ
4. δοκιμή για κάτι, πείραμα, las pruebas de material, οι δοκιμές του υλικού
5. μτφ, απόδειξη, δείγμα, su llamada es una prueba de que te ama,
η κλήση του είναι μια απόδειξη πως σε αγαπά
ή δείγμα, pedí una prueba del agua para analizarla,
ζήτησα ενα δείγμα νερού για να το αναλύσω
6. δοκιμασία για κάτι, su enfermedad fue una dura prueba para todos,
η αρρώστια του ήταν μια σκληρή δοκιμασία για όλους
7. εκπ, πρόβα γνώσεων, διαγώνισμα, τεστ, la prueba de inglés, το διαγώνισμα των Αγγλικών
8. ιατ, εξέταση, τεστ, las pruebas han dado un resultado negativo,
τα τεστ έχουν δώσει ενα αρνητικό αποτέλεσμα
9. νομ, απόδειξη, αποδεικτικό στοιχείο
10. αθλ, δοκιμή
11. σνθ, prueba del embarazo, τεστ εγκυμοσύνης
prueba antidopaje, τεστ αντιντόπινγκ
prueba del ADN, τεστ Ντι-Εν-Έι
prueba de sonido, δοκιμή ήχου
pruebas nucleares, πυρηνικές δοκιμές
prueba clasificatoria, eliminatoria, αγώνας κατάταξης, αγώνας νοκ-αουτ
prueba de acceso, εκπ, εισαγωγικές εξετάσεις
prueba de alcoholemia, αλκοτέστ
ένδειξη, δείγμα, σημάδι για κάτι, una prueba de amistad, ένα δείγμα φιλίας
10. εκφ, poner a prueba, υποβάλλω σε δοκιμασία, δοκιμάζω
presentar pruebas, νομ, προσκομίζω αποδεικτικά στοιχεία
tener pruebas de algo, έχω αποδείξεις για κάτι
a prueba, για προϊόν που μπορεί να δοκιμαστεί πριν αγοραστεί, με δοκιμή
estar a prueba, είναι σε δοκιμή, está a prueba en una empresa y tal vez le contraten,
είναι σε δοκιμή σε μια εταιρία και ίσως τον προσλάβουν
a prueba de, δοκιμασμένος, es un material a prueba de golpes,
είναι ενα υλικό δοκιμασμένο σε χτυπήματα
a toda prueba, μεγάλης αντοχής
en, como prueba de, ως απόδειξη, σε ένδειξη, ως τεκμήριο
en prueba de mi amistad, σε ένδειξη της φιλίας μου
probatoria 1. θ, νομ, χρόνος πρόβας= προθεσμία για αποδεικτική διαδικασία
probatorio, ria 1. ε, αποδεικτικός, -ή, -ό
probatura 1. θ, οικ, πρόβα, δοκιμή
probeta 1. θ, χημ, δοκιμαστικός σωλήνας, πρόβας
2. στρ, σωλήνας όλμου
probabilidad πρχ προ-βατότητα
1. θ, πιθανότητα
2. μαθ, πιθανότητα
probabilismo 1. α, θρη, πιθανοκρατία
probabilista 1. ε, α θ, θρη, πιθανοκρατικός, -ή, -ό
improbabilidad 1. θ, απίθανο ενδεχόμενο
probable
1. ε, πιθανός, -ή, -ó, es probable que nieve, είναι πιθανό να χιονίσει
2. αποδείξιμος, -η, -o, una coartada sólo es válida si es probable,
ενα άλλοθι είναι έγκυρη μόνο αν είναι αποδείξιμο
3. εκφ, lo más probable, το πιο πιθανό
probablemente 1. επρ, πιθανώς
improbable 1. ε, απίθανος, -η, -o
probación
1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του probar
2. δοκιμή, antes de comprarlo lo sometió a varias probaciones,
προτού το αγοράσει το υπέβαλλε σε διάφορες δοκιμές
3. απόδειξη
probadamente 1. επρ, προβαρισμένα = αποδεδειγμένα (βεβαιωμένο μέσω πρόβας)
probado, da πρχ προβαρισμένο
1. ε, δοκιμασμένος, -η, -o, αποδεδειγμένος, -η, -o
la eficacia de la vacuna es un hecho probado,
η αποτελεσματικότητα του εμβολίου είναι ενα γεγονός αποδεδειγμένο
una hombre de probada honradez, ένας άνθρωπος αποδεδειγμένης εντιμότητας
2. μτφ, δοκιμασμένος, -η, -o απο δυσκολίες, ατυχίες, προβλήματα,
una mujer probada, μια δοκιμασμένη γυναίκα
3. νομ, αποδεδειγμένος, -η, -ο
probador, ra 1. α θ, δοκιμαστής, -ια σε ρούχο, φαγητό
probador 1. α, δοκιμαστήριο σε μαγαζί, για πρόβες ρούχου
probanza 1. θ, απόδειξη
2. νομ, απόδειξη
probidad 1. θ, λογ, πρόβα> ευ-βατότητα ηθικής= ακεραιότητα, εντιμότητα
probo, ba 1. ε, λογ, προβαρισμένος απο ηθική= έντιμος, -η, -o, ακέραιος, -η, -o
improbidad 1. θ, φαυλότητα, ανεντιμότητα
ímprobo, ba 1. ε, πρχ με-πρόβα έντονη= εντατικός, -ή, -ó, επίπονος, -η, -o
2. για άτομο α-προβάριστο απο ηθική= ανέντιμος, -η, -o
aprobar πρχ προβάρω καλώς κάτι= επι-δοκιμάζω, εγκρίνω κάτι αφου το προβάρω
1. ρμ, εγκρίνω, επιδοκιμάζω, συγκατατίθεμαι για κάτι, no aprueba mi actitud,
δεν εγκρίνει τη συμπεριφορά μου
2. περνάω μια πρόβα γνώσεων, διαγώνισμα, πετυχαίνω, περνώ,
no ha aprobado inglés, δεν πέρασε τα Αγγλικά
aprobación 1. θ, επιδοκιμασία, έγκριση, συγκατάθεση σε κάτι μετά απο πρόβα, δοκιμή,
recibió la aprobación del público mediante aplausos,
έλαβε την επιδοκιμασία του κοινού μέσω χειροκροτημάτων
2. επιτυχία σε εξέταση, πέρασμα της πρόβας γνώσεων, ικανοτήτων
aprobado, da 1. ε, πρχ προβαρισμένο= εγκεκριμένος, -η, -o
2. προβαρισμένο καλώς για εξέταση, επιτυχών, -ούσα, -όν
aprobado 1. α, μτφ, βάση σε εξέταση, όριο της πρόβας για κάτι
ha sacado un aprobado, έπιασε τη βάση
aprobatorio, ria 1. ε, επιδοκιμαστικός, -ή, -ó
desaprobar 1. ρμ, απο-δοκιμάζω
desaprobación 1. θ, δεν εγκρίνω κάτι μετά απο πρόβα> δοκιμή, επίκριση, αποδοκιμασία
desaprobador, ra 1. ε, επι-κριτικός, -ή, -ό, απο-δοκιμαστικός, -ή, -ό
comprobar πρχ συν-προβάρω= εγκρίνω πλήρως μετα απο πρόβα> δοκιμή
1. ρμ, επιβεβαιώνω, ελέγχω την αλήθεια, ακρίβεια σε κάτι,
comprueba el coche antes de salir de viaje, έλεγξε το αμάξι πριν φύγεις για ταξίδι
2. επαληθεύω, αποδεικνύω μια πληροφορία, γεγονός μετά απο πρόβα> δοκιμή
comprobación 1. θ, εξακρίβωση, επαλήθευση, επιβεβαίωση μέσω δοκιμής,
antes de afirmarlo hizo las comprobaciones pertinentes,
προτού να το επιβεβαιώσει έκανε τις σχετικές επαληθεύσεις
2. απόδειξη
comprobable 1. ε, κάτι που εγκρίνεται πλήρως μετά απο πρόβα, επαληθεύσιμος, -η, -o
επιβεβαιώσιμος, -η, -ο
comprobante 1. ε, αποδεικτικός, -ή, -ό
2. α, αποδεικτικό στοιχείο
3. απόδειξη πληρωμής
4. απόδειξη αγοράς
incomprobable 1. ε, ανεξακρίβωτος, -η, -ο, ανεπιβεβαίωτος, -η, -ο, μη επαληθεύσιμος, -η, -ο
reprobar πρχ παρα-προβάρω= αποδοκιμάζω μετά από πρόβα
1. ρμ, αποδοκιμάζω, κατακρίνω κάτι ή κάποιον, δεν περνάει την πρόβα> δοκιμή,
sé que a menudo repruebas mi conducta liberal,
ξέρω πως συχνά αποδοκιμάζεις την φιλελεύθερη στάση μου
reprobación 1. θ, αποδοκιμασία, κατάκριση
reprobatorio, ria 1. ε, αποδοκιμαστικός, -ό, -ή, επιτιμητικός, -ή, -ó
reprobable 1. ε, απο-δοκιμαστέο= καταδικαστέος, -α, -o, κατακριτέος, -α, -o
reprobadamente 1. επρ, απο-δοκιμαστικά, επι-κριτικά.
reprobado, da 1. ε, αποδοκιμασμένος, -ή, -ό, κατακριθείς, -είσα, -έν
reprueba 1. θ, πρχ παρα-πρόβα= αντεξέταση, δεύτερη πρόβα, δοκιμή για επιβεβαίωση,
haremos una reprueba para asegurar el correcto funcionamiento,
θα κάνουμε μια αντεξέταση για διασφαλίσουμε την σωστή λειτουργία
soberbia πρχ υπερ-βατό-τητα ή υπέρ-βαση, υπέρ -βολή
1. θ, μτφ, υπεροψία, έπαρση, la soberbia de ese chico me molesta,
η υπεροψία αυτού του παιδιού με ενοχλεί
2. μτφ, μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια, σαν πρχ υπέρ-βαση σε κάτι,
la soberbia de un monumento, η μεγαλοπρέπεια ενός μνημείου
3. μτφ, υπερ-βαση θυμού= οργή
soberbio, bia 1. ε, μτφ, υπεροπτικός, -ή, -ó
2. μτφ, μεγαλοπρεπής, -ής, -ές
3. μτφ, υπερ-θυμικός= οργίλος, -η, -ο
soberbioso, sa 1. ε, soberbio, bia
soberbiamente 1. επρ, μτφ, υπεροπτικά
2. μτφ, μεγαλοπρεπώς, πρχ υπερ-βατικά
ensoberbecer 1. ρμ, ραντ, πρχ εν-υπερ-βατώ> υπερ-ηφανεύω κάποιον= προκαλώ υπερηφάνεια σε κάποιον, υπερ-φύομαι, υπερ-ηφανεύομαι,
al ganar dinero se ensoberbeció, οταν κέρδισε χρήματα υπερηφανεύτηκε
2. για άτομο, υπερφύομαι με αλαζονεία
3. για θάλασσα, υπερφύεται= γίνεται ταραχώδης
desensoberbecer 1. ρμ, πρχ ξε-υπερ-ηφανεύω = αφαιρώ την υπεροψία κάποιου