FRÍSOL

FRÍSOL= ΠΡΧ ΦΡΙΣΟΛ> ΦΑΣΟΛΙ

frísol 1. α, φασόλι

fréjol, fréjol 1. α, φασόλ, φασίολος

fríjol, frijol 1. α, φασόλι, φασίολος

frijolar 1. α, χωράφι με φασολιές

Scroll to Top