FLACO

FLACO= ΠΡΧ Π-ΛΑΚΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ, ΨΥΧΙΚΑ, ΑΔΥΝΑΤΟΣ, ΑΔΥΝΑΜΟΣ, ΠΡΧ ΦΛΟΥ, ΦΛΑΤ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

flaco 1. α, πρχ σημείο π-λάκα ή φλάτ> λεπτό= αδύνατο σημείο, conozco su flaco,

γνωρίζω το αδύνατο σημείο του

2. μτφ, αδυναμία σε κάτι, κάποιον, su flaco son las golosinas y dulces,

η αδυναμία του είναι τα γλειφιτζούρια και γλυκά

flaco, ca 1. ε, π-λάκα σε σώμα, για άτομο, ζώο, αδύνατος, -η, -o, λεπτός, -ή, -ό,

ισχνός, -ή, -ό, λιγνός, -ή, -ó, debes comer más, estás flaco,

πρέπει να τρως κι άλλο, είσαι λεπτός

2. μτφ, φτωχός, -ή, -ό, αδύναμος, -η, -ο, ανεπαρκής, -ής, -ές, πενιχρός, -ή, -ό

su memoria es flaca, η μνήμη του είναι φτωχή

enflaquecer 1. ρμ, κάνω πλάκα στο σώμα= αδυνατίζω κάποιον,

los disgustos le enflaquecen, τα δυσάρεστα την αδυνατίζουν

Solo una enfermedad podría enflaquecer tanto a alguien en tan poco tiempo,

Μόνο μια ασθένεια θα μπορούσε να αδυνατίσει κάποιον τόσο πολύ σε τόσο λίγο χρόνο

2. μτφ, κάνω πλάκα ψυχικά= αποδυναμώνω, La noticia de la enfermedad de mi padre enflaqueció las fuerzas de mi familia, Η είδηση ​​της ασθένειας του πατέρα μου αποδυνάμωσε τη δύναμη της οικογένειάς μου

3. ρα, ραντ, αδυνατίζω εγώ, Laura se enflaqueció siguiendo una dieta muy estricta,

Η Λώρα αδυνάτισε ακολουθώντας μια πολύ αυστηρή δίαιτα

4. μτφ, αποδυναμώνομαι, εξασθενώ ψυχικά

enflaquecimiento 1. α, αδυνάτισμα σώματος

2. αποδυνάμωση, εξασθένηση ψυχική, σωματική

flácido, da, fláccido, da 1. ε, πρχ που είναι φλού= πλαδαρός, -ή, -ó, χαλαρός, -ή, -ó

carnes flácidas, κρέατα πλαδαρά

flacidez, flaccidez 1. θ, πλαδαρότητα, χαλαρότητα, χαλάρωση,

La flacidez abdominal puede ocurrir después de dar a luz,

Η κοιλιακή χαλάρωση μπορεί να εμφανιστεί μετά τον τοκετό

flacucho, cha 1. ε, οικ, πρχ πλακούτσικο= αδυνατούλης, -α, -ικο, λεπτούτσικος, -η, -ο, καχεκτικός, -ή, -ό, Estás muy flacucha, María. A ver si comes más,

Είσαι πολύ λεπτούτσικη, Μαρία. Να δω αν φας περισσότερο

flacura 1. θ, αδυναμία, ισχνότητα ατόμου, ζώου, su excesiva flacura preocupa a los médicos,

η υπερβολική αδυναμία του ανησυχούσε τους ιατρούς

2. μτφ, φλου σε κάτι= αδυναμία, ανεπάρκεια, πενιχρότητα,

la flacura de la memoria, η αδυναμία της μνήμης

flaquear 1. ρα, πρχ γίνομαι φλου, π-λάκα σωματικά, ψυχικά, εξασθενώ,

su ánimo flaqueó al fallecer su amigo, το κουράγιο του εξασθένησε όταν πέθανε ο φίλος του

Después de correr varios kilómetros mis fuerzas empiezan a flaquear

Αφού τρέξω αρκετά χιλιόμετρα, οι δυνάμεις μου αρχίζουν να εξασθενούν

2. τρέμω, είμαι κομμένος στα πόδια

3. είμαι φλού σε κάτι, αδύναμος, αδυνατώ, δεν τραβάω, flaquea en ortografía,

αδυνατεί στην ορθογραφία

4. μτφ, για κτίριο, edificio, είμαι ετοιμόρροπος

flaqueza 1. θ, αδυναμία, ισχνότητα ζώου, ατόμου,

El estado de flaqueza del paciente le obliga a permanecer en la cama,

Η κατάσταση αδυναμίας του ασθενούς τον αναγκάζει να παραμείνει στο κρεβάτι

2. μτφ, αδυναμία, Tuve un momento de flaqueza y engañé a mi esposa,

Είχα μια στιγμή αδυναμίας και απάτησα τη γυναίκα μου

Sara sabe que mi flaqueza son las rosas rojas,

Η Σάρα ξέρει ότι η αδυναμία μου είναι τα κόκκινα τριαντάφυλλα

lacio, cia 1. ε, πρχ π-λάκα ή λ-ασιο> ίσιο, για μαλλί, ίσιος, -α, -o

Ojalá tuviera cabello lacio. No me gustan mis rizos,

Μακάρι να είχα ίσια μαλλιά. Δεν μου αρέσουν οι μπούκλες μου

2. για φυτό, άνθος, σαν φλού, μαραμένος, -η, -o, Corté todas las flores lacias del jardín,

Έκοψα όλα τα μαραμένα λουλούδια από τον κήπο

3. μτφ, για άτομο, φλου= αδύναμος, -η, -o

Scroll to Top