FIDEO

FIDEO= ΠΡΧ ΦΙΔΕΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fideos 1. α πλ, φιδές

fideuá 1. θ, πιάτο της Ανατολής που θυμίζει παέγια, με φιδέ στη θέση του ρυζιού

fideo 1. α, οικ, μτφ, πολύ αδύνατο άτομο, στέκα, λελέκι, ψηλολέλεκας, τηλεγραφόξυλο,

su hijo es un fideo, ο γιός του είναι ένα λελέκι

2. εκφ, estar como un fideo, οικ, μτφ, είμαι σαν φιδές= είμαι πετσί και κόκαλο

estar hecho un fideo, οικ, μτφ, έχω γίνει πετσί και κόκαλο

Yo creo que deberías dejar ya la dieta. ¡Estás hecho un fideo!

Νομίζω ότι θα έπρεπε να σταματήσεις τώρα την δίαιτα. Είσαι πετσί και κόκαλο!

quedarse como un fideo, οικ, μτφ, μένω πετσί και κόκαλο

Scroll to Top