FEUDO= ΠΡΧ ΦΕΟΥΔΟ, ΠΡΧ ΠΟΚΑΡΙ> ΜΑΛΛΙ ΠΡΟΒΑΤΟΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
feudo 1. α, ιστ, φέουδο, τιμάριο, τσιφλίκι, Los feudos aportaron soldados para el rey,
Τα φέουδα παρείχαν στρατιώτες στον βασιλιά
ή υποταγή, υποτέλεια στον φεουδάρχη
2. μτφ, τσιφλίκι, φέουδο, El ejército se prepara para adentrarse en el feudo de los rebeldes,
Ο στρατός ετοιμάζεται να εισβάλει στο τσιφλίκι των ανταρτών
3. αθλ, έδρα, El equipo acumuló nueve victorias consecutivas en su feudo,
Η ομάδα σημείωσε εννέα συνεχόμενες νίκες εντός έδρας
4. σνθ, feudo alodial, νομ, κτήμα, ακίνητο ελεύθερο νομικού βάρους
feudo ligio, νομ, το φέουδο του οποίου ο αποδέκτης παραμένει υποτελής στο φεουδάρχη
5. εκφ, dar en feudo, νομ, εκχωρώ φέουδο
pagar el feudo, καταβάλλω τον φεουδαρχικό φόρο
recibir en feudo, λαμβάνω φέουδο
feudal 1. ε, φεουδαρχικός, -ή, -ó, φεουδαλικός, -ή, -ó
feudalidad 1. θ, φεουδαρχία
feudalismo 1. α, φεουδαρχισμός, φεουδαλισμός
feudatario, ria 1. α θ, ιστ, αποδέκτης φέουδου, τιμάριου
feudista 1. α, νομ, φεουδάρχης, τιμαριούχος
infeudar 1. ρμ, παραχωρώ τμήμα γης, τιμαριοδοτώ
enfeudar 1. ρμ, ιστ, παραχωρώ φέουδο, τιμαριοποιώ
enfeudación 1. θ, ιστ, παραχώρηση φέουδου, τιμαριοποίηση
enfeudamiento 1. α, ιστ, παραχώρηση φέουδου, τιμαριοποίηση
peculiar πρχ πεκουλιαρ> αποκλειστική ιδιότητα ατόμου, πράγματος
1. ε, χαρακτηριστικός, -ή, -ó, τυπικός, -ή, -ό, αποκλειστικός, -η, -ο,
tiene el sabor peculiar de la cebolla, έχει τη χαρακτηριστική γεύση του κρεμμυδιού
Esta composición responde al peculiar estilo de Arnold Schoenberg,
Αυτή η σύνθεση αντικατοπτρίζει το αποκλειστικό στυλ του Άρνολντ Σένμπεργκ
2. ιδιαίτερος, -η, -o, περίεργος, -η, -ο, ξεχωριστός, -ή, -ό, μοναδικός, -ή, -ό,
me agrada el peculiar aroma del limón,
μου αρέσει το ιδιαίτερο άρωμα του λεμονιού,
Ana agarra el lápiz de una manera peculiar cuando escribe,
Η Άννα πιάνει το μολύβι με έναν περίεργο τρόπο όταν γράφει
peculiaridad 1. θ, ιδιότητα του peculiar, ιδιαιτερότητα, cada uno tiene sus peculiaridades,
o καθένας έχει τις ιδιαιτερότητες του
la peculiaridad de esta casa es su magnífica situación frente al mar,
η μοναδικότητα αυτού του σπιτιού είναι η υπέροχη τοποθεσία του με θέα στη θάλασσα
peculiarmente 1. επρ, ιδιαίτερα, μοναδικά, περίεργα, τυπικά, χαρακτηριστικά,
era una ciudad peculiarmente construida, ήταν μια πόλη ιδιαίτερα δομημένη,
un sentimiento peculiarmente humano, ένα τυπικά ανθρώπινο συναίσθημα
2. παραδόξως, Su arquitectura gótica era peculiarmente atractiva, con detalles únicos,
Η γοτθική αρχιτεκτονική του ήταν παραδόξως ελκυστική, με ξεχωριστές λεπτομέρειες
peculio 1. α, αποκλειστικά= ατομικά, προσωπικά χρήματα
pecunia 1. θ, οικ, πρχ πε-κουνια> μπι-κικίνια, παράς, παραδάκι, φράγκα,
Ese coche sí que ha de haberte costado una buena pecunia,
Αυτό το αυτοκίνητο όντως πρέπει να σου κόστισε αρκετά μπικικίνια
pecuniario, ria 1. ε, σχετικό με μπικικίνια= χρηματικός, -ή, -ó, pena pecuniaria,
χρηματική ποινή
pecuniariamente 1. επρ, οικονομικά, el estado indemnizará pecuniariamente a las víctimas,
το κράτος θα αποζημιώσει οικονομικά τους πληγέντες
pécora ποκάρι> όγκος μαλλιού από την κουρά των προβάτων
1. θ, ζωλ, πρόβατο, μηρυκαστικό με στιβάδα μαλλιού,
el pastor guiaba cincuenta pécoras, ο βοσκός οδηγούσε πενήντα πρόβατα
2. μτφ, παλλακίδα, πόρνη
3. εκφ, ser una mala pécora, υτμ, πρχ πε-κορα> παλιο-καρια= για άτομο, είμαι καριόλα, στρίγγλα, στριμμένη
pecuario, ria 1. ε, πρχ σχετικό με ποκάρι= κτηνοτροφικός, -ή, -ό,
actividad pecuaria, κτηνοτροφική δραστηριότητα,
industria pecuaria, βιομηχανία εκτροφής ζώων
pegujal 1. α, αγροτεμάχιο για σπορά ή κοπάδι βοσκής
pegujalero, ra 1. α θ, μικροκαλλιεργητής, -ια
2. μικροκτηνοτρόφος