FARO

FARO= ΠΡΧ ΦΑΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

faro πρχ φάρος

1. α, φάρος για πλοία, El faro indicaba la entrada al puerto,

Ο φάρος έδειχνε την είσοδο του λιμανιού

2. αυτ, φανάρι, φώτα, προβολέας αμαξιού, Uno de mis faros está fundido,

Ένας από τους προβολείς μου είναι καμένος,

Le pedí al mecánico que me cambiara los faros,

Ζήτησα από τον μηχανικό να μου αλλάξει τα φώτα πορείας

3. φανάρι, φως, En cuanto oscurece, es obligatorio llevar los faros de la bici encendidos,

Μόλις νυχτώσει, είναι υποχρεωτικό να έχετε τα φώτα του ποδηλάτου σας αναμμένα

4. μτφ, φάρος, οδηγός, Tu ejemplo es un faro en nuestras vidas,

Το παράδειγμα σου είναι ένας φάρος στη ζωή μας

5. σνθ, faro antiniebla, φώτα αντι-ομίχλης

faro halógeno, αλογόνα φώτα

faro trasero, πίσω φώτα

faro piloto, φώτα πορείας, φώτα στάθμευσης πίσω

farol 1. α, φανοστάτης, κολώνα, στύλος, φανός φωτισμού, φανάρι δρόμου ή δημόσιο,

la tenue luz de un farol carretero, το αμυδρό φως ενός φαναριού δρόμου

un hombre al lado del farol, ένας άντρας δίπλα στον στύλο του φαναριού

2. φακός για φωτισμό χειροκίνητο, φανός, φανάρι

3. φανάρι οχήματος, προβολέας

4. μτφ,σε παιχνίδι, πρχ φαρολ> μπλο-φαρα> μπλόφα, su apuesta es un farol,

Το ποντάρισμα του είναι μια μπλόφα

5. οικ, πρχ φαρο> νου-φαρα, υπερβολή λόγου, μεγαλοστομία, παραμύθια, πράσινα άλογα,

ή πρχ φαν-φάρα, no nos cuenta más que faroles, δεν μας λέει παρά μόνο νούφαρα,

6. ταυ, κίνηση του ματαδόρ που περνά το κόκκινο πανί πάνω από το σώμα του ταύρου

7. σνθ, farol a la veneciana, βενετσιάνικο φανάρι

farol de popa, ναυ, φώτα πρύμνης, φώτα πίσω πορείας

farol de proa, ναυ, φώτα πλώρης, φώτα μπροστινής πορείας.

8. εκφ, ¡adelante con los faroles!, οικ, μπροστά με το φανάρι= πήγαινε για αυτό που θες,

προχώρα ακάθεκτος! προχώρα και μη φοβάσαι, μη μασάς!

ir, jugar de farol, μπλοφάρω σε παιχνίδι, jugaba de farol, έπαιζε μπλόφα, μπλόφαρε

marcarse, tirarse, echarse un farol, οικ, μπλοφάρω, κάνω τον κάμποσο,

Se tiró un farol cuando dijo que iba a Córdoba en dos horas,

Έκανε τον καμπόσο όταν είπε ότι θα πήγαινε στην Κόρδοβα σε δύο ώρες

farero, ra 1. α θ, πρχ φαρ-ωρός= φαροφύλακας

farola 1. θ, φανοστάτης, φανάρι, στύλος, κολώνα, φανός φωτισμού σε δρόμο, μέρος

Las farolas de la ciudad se encienden minutos antes de que caiga el sol,

Τα φώτα των δρόμων της πόλης ανάβουν λίγα λεπτά πριν τη δύση του ηλίου

2. φάρος για πλοία

3. σνθ, farola de gas, μπεκ υγραερίου

farolear πρχ φαν-φαρο-νίζω ή φαρο-λεαρ> νου-φαρα-λέω, ή σα να έχω φάρο και να δείχνω

1. ρα, οικ, μτφ, καυχιέμαι, κομπάζω, το παίζω, κάνω φιγούρα, πουλάω μούρη, επιδεικνύω, No me gusta la gente que farolea. Valoro mucho la humildad,

Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που καυχιούνται. Εκτιμώ πολύ την ταπεινότητα,

farolea de donjuán, το παίζει δον Χουάν,

Deja de farolear de todo lo que tienes. Ya sabemos que eres un niño rico y malcriado,

Σταμάτα να καυχιέσαι για όλα όσα έχεις. Ξέρουμε ήδη ότι είσαι ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο

faroleo 1. α, οικ, μτφ, πρχ φαν-φαρο-ναδα ή νου-φαρο-λογια= καυχησιά, κομπασμός, κομπορρημοσύνη, επίδειξη, φιγούρα

farolero, ra 1. ε, α θ, οικ, μτφ, καυχησιάρικος, -η, -o, κομπαστικός, -ή, -ó, καυχησιάρης, -α, καυχησιολόγος, επιδεικτικός, -ή, -ό, φανφάρας, Manuel es un farolero y un narcisista,

Ο Μανουέλ είναι ένας φανφάρας και ναρκισσιστής

2. α, πρχ φαρονάφτης, -ια, άτομο που ανάβει φανάρια, φανούς φωτισμού

3. φαναροποιός, φαναράς

4. πωλητής φαναριών, φανού

5. εκφ, meterse a farolero, χώνεται κάποιος σαν το άτομο που ανάβει φανάρια> επειδή έβλεπε πολλά όταν άναβε τους φανούς= ανακατεύομαι εκεί που δεν με σπέρνουν

farolillo, farolito πρχ φαρ-ούλης

1. α, χάρτινο φαναράκι

2. βοτ, καμπανούλα

3. σνθ, farolillo rojo, φαρούλης κόκκινος, μτφ, τελευταίος σε κατάταξη, ουραγός

afarolado 1. α, κίνηση του ταυρομάχου κυκλική, σαν φάρος που περνάει την κάπα του πάνω από το κεφάλι του

afarolado, da 1. ε, ταυ, για κίνηση ταυρομάχου

Scroll to Top