ETARRA= ΠΡΧ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΤΑ
etarra 1. ε, εταριανός= σχετικός, -ή, -ό με την οργάνωση ETA, comando etarra,
τρομοκρατική ομάδα της ΕΤΑ
2. α θ, μέλος της ETA
ETARRA= ΠΡΧ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΤΑ
etarra 1. ε, εταριανός= σχετικός, -ή, -ό με την οργάνωση ETA, comando etarra,
τρομοκρατική ομάδα της ΕΤΑ
2. α θ, μέλος της ETA