ESTÍO

ESTÍO= ΠΡΧ ΕΣΤΙΑ> ΦΩΤΙΑ, ΘΕΡΟΣ, ΣΠΙΤΙ, ΠΡΧ ΑΙΘΟΥΣΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

etano 1. α, χημ, αιθάνιο

etanol 1. α, χημ, αιθανόλη

éter 1. α, φσκ, χημ, αιθέρας

2. εκφ, el éter λγτ, o αιθέρας= ουρανός

etéreo, a 1. ε, αιθέριος, -α, -o

eterificar 1. ρμ, χημ, αιθεροποιώ

eterificación 1. θ, χημ, αιθεροποίηση

eterismo 1. α, ιατ, αιθερισμός

eterizar 1. ρμ, ιατ, πρχ αιθερίζω= ναρκώνω με αιθέρα

eterización 1. θ, ιατ, νάρκωση με αιθέρα

eteromanía 1. θ, ιατ, αιθερομανία, αιθερισμός

eterómano, na 1. ε, α θ, αιθερομανής, -ής, -ές

Etiopía 1. ονο, Αιθιοπία, με όψη αιθέρα= καμμένη

etíope 1. ε, αιθιοπικός, -ή, -ó

2. α θ, Αιθίοπας, -ινα

3. α, ιδίωμα Αιθιοπικά

etilo 1. α, χημ, πρχ αιθύλιο

etilenglicol 1. α, χημ, αιθυλογλυκόλη

etilénico, ca 1. ε, χημ, αιθυλενικός, -ή, ó

etileno 1. α, χημ, αιθυλένιο

etílico, ca 1. ε, χημ, αιθυλικός, -ή, -ó

etilismo 1. α, ιατ, δηλητηρίαση από αιθυλική αλκοόλη

polietileno 1. α χημ, πολυαιθυλένιο

poliuretano 1. α, χημ, πολυουρεθάνη

esteral 1. α, χημ, στερόλη

Esopo 1. ονο, Αίσωπος

2. εκφ, las fábulas de Esopo οι μύθοι του Αισώπου

estío 1. α, λγτ, πρχ εστία> φωτιά= θέρος, El estío vino y trajo consigo un intenso calor,

Το θέρος ήρθε και έφερε μαζί του έντονη ζέστη

estival 1. ε, θερινός, -ή, -ó, a pesar de estar en febrero, hace una temperatura estival,

Παρόλο που είναι Φεβρουάριος, έχει μια θερινή θερμοκρασία

solsticio estival, θερινό ηλιοστάσιο

estuario 1. α, εκβολή ποταμού, πρχ εστιό-μερος= μέρος οπου είναι εστία νερού

estiaje 1. α, χαμηλή στάθμη υδάτων, ρηχία, λόγω θέρους> εστίας

vestal 1. θ, ιστ, Εστιάδα

vestalias 1. θ πλ, ιστ, Βεστάλια

edil πρχ αίθουσα> αυτός που είναι στην αίθουσα ή πρχ εδιλ> δη-μοτικός

1. α, δημοτικός σύμβουλος, la alcaldesa es la primera edila,

η δήμαρχος είναι η πρώτη δημοτική σύμβουλος

2. ιστ, αγορανόμος, που ελέγχει τα δημόσια έργα

edilicio, cia 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τον δημοτικό σύμβουλο

edilidad 1. θ, αξίωμα, λειτούργημα δημοτικού συμβούλου

edículo 1. α, επμ, θρη, πρχ αιθουσ-ούλα= ναΰδριο, ναΐσκος

etusa 1. θ, βοτ, πρχ ετουσα> αίθουσα η κυνάπιος

edificio πρχ αιθ-ουσα-φιακτό= κτίριο ή εστία-φιακτό= κτίριο

ή από ρίζα δα- ή δο-μη> έννοια δό-μησης ή εδά-φους> νεό-δμητο, δά-πεδο+φιακτό

1. α, κτίσμα, κτίριο, οικοδόμημα, ¿qué edificio es éste? τι κτίριο είναι αυτό;

un edificio gótico, ένα κτίσμα γοτθικό

2. ακίνητο, κτίριο, un edificio de oficinas, κτίριο γραφείων

viven en un edificio de dos plantas, μένουν σε διώροφο κτίριο

3. σνθ, edificio inteligente, έξυπνο κτίριο

edificio social, κοινωνικό οικοδόμημα

edificar πρχ αιθουσα-φιάχνω ή δομή-φιάχνω

1. ρμ, οικοδομώ, χτίζω, κτίζω, no puedes edificar aquí, δεν μπορείς να οικοδομήσεις εδώ

2. μτφ, οικοδομώ με το παράδειγμα μου το νού σε κάποιον, νουθετώ, εποικοδομώ,

un buen ejemplo siempre edifica mejor, ένα καλό παράδειγμα πάντα οικοδομεί καλύτερα

3. ρα, μτφ, χτίζω μια εταιρία, οργανισμό, edificar un imperio, χτίζω μια αυτοκρατορία

edificación 1. θ, οικοδόμηση, χτίσιμο, la edificación del estadio duró más de lo previsto,

το χτίσιμο του σταδίου διήρκησε περισσότερο από το προβλεπόμενο

2. κτίσμα, κτίριο, οικοδόμημα, una edificación de piedra, πέτρινο οικοδόμημα

3. μτφ, οικοδόμηση χαρακτήρα, νού, διάπλαση,

una fábula para la edificación de los jóvenes, ένα παραμύθι για τη διάπλαση των νέων

edificabilidad 1. θ, δυνατότητα οικοδόμησης, οικοδομησιμότητα,

Las nuevas normas de edificabilidad para la construcción,

Οι νέοι κανονισμοί οικοδόμησης για την κατασκευή

edificable 1. ε, οικοδομήσιμος, -η, -o, el ayuntamiento declaró edificables los terrenos,

o Δήμος χαρακτήρισε οικοδομήσιμα τα οικόπεδα

edificante 1. ε, για αρετή, ηθική, εποικοδομητικός, -ή, -ό, διδακτικός, -ή, -ό,

ηθικοπλαστικός, -ή, -ó, un ejemplo, discurso edificante, ένα εποικοδομητικό παράδειγμα,

discurso edificante, διδακτικός λόγος,

una conducta edificante, μια ηθικοπλαστική συμπεριφορά

edificativo, va 1. ε, για αρετή, ηθική, διδακτικός, -ή, -ó, un libro edificativo,

ένα διδακτικό βιβλίο

reedificar 1. ρμ, αναδομώ, ανοικοδομώ, αναστηλώνω κτίριο

reedificación 1. θ, ανοικοδόμηση, αναδόμηση, ανακατασκευή, αναστήλωση

sobreedificar 1. ρμ, πρχ υπερ-οικοδομώ= χτίζω από πάνω

Scroll to Top