ESTAFAR

ESTAFAR= ΠΡΧ ΣΤΑΦΥΛΙ, ΠΡΧ ΣΤΑΜΠΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

estafilococia 1. θ, ιατ, σταφυλο-κοκκίαση

estafilococo 1. α, βιο, σταφυλό-κοκκος

estafiloma 1. α, ιατ, σταφύλωμα

estafisagria 1. θ, βοτ, αγριο-σταφίδα, ψειροβότανο

estafa πρχ θα στα-φάω ή στην-έφερα

1. θ, απάτη, εξαπάτηση, καταδολίευση, fue víctima de una estafa y se arruinó,

υπήρξε θύμα μιας απάτης και καταστράφηκε

2. οικ, μτφ, αισχροκέρδεια, απάτη σε πώληση με υπερβολική τιμή,

¡menuda estafa me han hecho vendiéndome esta pulsera como si fuera de oro!

πωπω αισχροκέρδεια που μου έχουν κάνει πουλώντας μου αυτή την ταυτότητα σαν να ήταν απο χρυσάφι!

estafador, ra 1. α θ, απατεώνας, λαμόγιο, μπαγαμπόντης, παγαπόντης,

está en la cárcel por estafador, είναι στην φυλακή επειδή είναι απατεώνας

estafar 1. ρμ, κάνω απάτη για να στα-φάω ή στην-φέρνω= ξεγελώ κάποιον, αποσπώ, υπεξαιρώ χρήματα, le estafó un timador, τον ξεγέλασε ενας απατεώνας

estafó millones a la empresa, υπεξαίρεσε εκατομμύρια από την επιχείρηση

2. οικ, μτφ, κατα-χρεώνω σε προιόν, υπηρεσία, εξαπατώ σε τιμή, αξία, αισχροκερδώ,

te estafaron en el restaurante, σε καταχρέωσαν στο ρεστοράν

3. δεν προσφέρω το αναμενόμενο προιόν, εξαπατώ,

el cantante estafó al públicο, ο τραγουδιστής εξαπάτησε το κοινό

estafeta πρχ σταφίδα> σαν σάκος ταχυδρόμου

1. θ, ταχυδρομικό γραφείο

2. ταχυδρόμος, αγγελιοφόρος, επειδή φέρει τον σάκο

3. διπλωματικός σάκος

4. σνθ, estafeta de Correos, ταχυδρομικό γραφείο

estampa 1. θ, εικόνα σαν στάμπα, γκραβούρα, libro con estampas, βιβλίο με γκραβούρες

2. εικόνα, colecciona estampas de santos, κάνει συλλογή απο εικόνες Αγίων

3. μτφ, παρουσιαστικό, περπατησιά, βάδισμα, παράστημα,

ese caballo tiene una estampa magnífica, αυτό το άλογο έχει ενα παράστημα υπέροχο

4. μτφ, σαν στάμπα αντιγραφής, τυπική αποτύπωση, απεικόνιση, αναπαράσταση απο κάτι,

típica estampa andaluza, τυπική ανδαλουσιανική απεικόνιση

es la viva estampa de su abuelo, είναι η ζωντανή αποτύπωση του παππού του

son la viva estampa del amor fraternal, είναι η ζωντανή αποτύπωση της αδελφικής αγάπης

5. στάμπα πέλματος, αποτύπωμα, ίχνος, πατημασιά απο ζώο, άτομο στο έδαφος

6. τυπ, εκτύπωση, γκραβούρα

7. εκφ, ¡maldita sea su estampa! καταραμένος να’ναι!, ανάθεμα!

ser la fiel estampa de alguien, είμαι η πιστή στάμπα= φτυστός με κάποιον

tener buena estampa, έχω ωραίο παρουσιαστικό, περήφανη περπατησιά

tener mala estampa, έχω άσχημη εμφάνιση, άσχημο παρουσιαστικό

estampar 1. ρμ, εκτυπώνω, τυπώνω, σταμπάρω σε ύφασμα

estampó flores en la tela de seda, στάμπαρε λουλούδια στο ύφασμα μεταξιού

2. εκτυπώνω ανάγλυφα σε χαρτί ή αφήνω στάμπα, αποτύπωμα σε επιφάνεια,

estampó sus manos en la arena, στάμπαρε τα χέρια του στην άμμο

3. εκτυπώνω ανάγλυφα, σφραγίζω, σταμπάρω σε μέταλλο

4. βάζω σφραγίδα, σφραγίζω

5. επιθέτω, βάζω υπογραφή

6. μτφ, χαράσσω, χαράζω, σταμπάρω στην μνήμη, ψυχή κάποιου κάτι,

estampar el espíritu de la solidaridad en un niño,

σταμπάρω, χαράζω το πνεύμα της αλληλεγγύης σε ένα παιδί

7. οικ, μτφ, σταμπάρω αντικείμενο προς= πετάω, ρίχνω κάτι προς,

estampó el vaso contra la pared, πέταξε το ποτήρι στον τοίχο

8. οικ, μτφ, δίνω, ρίχνω, me estampó un beso en la mejilla, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο

le estampó un manotazo, του στάμπαρε, έριξε μια σφαλιάρα

9. ραντ, μτφ, γίνομαι στάμπα με την σύγκρουση= συντρίβομαι, τσακίζομαι,

la moto se estampó, η μοτοσικλέτα έγινε στάμπα, τσακίστηκε

se estampó contra la pared, τσακίστηκε πάνω στον τοίχο

resbaló y se estampó contra el suelo, γλίστρησε και τσακίστηκε στο πάτωμα

estampación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του estampar

2. σταμπάρισμα σε ύφασμα

3. ανάγλυφη εκτύπωση σε χαρτί

4. ανάγλυφη εκτύπωση, τύπωμα σε μέταλλο

estampado, da 1. ε, σταμπωτός, -ή, -ó σε ύφασμα

2. ανάγλυφα εκτυπωμένος, -η, -ο σε χαρτί

3. ανάγλυφα εκτυπωμένος, -η, -ο, σταμπαριστός, -ή, -ό σε μέταλλο

estampado 1. α, σταμπωτό σε ύφασμα

2. ανάγλυφο σταμπωτό, έκτυπο χαρτί, παπιέ-γκοφρέ

3. ανάγλυφη εκτύπωση, γραβούρα σε μέταλλο

estampador, ra 1. α θ, εκτυπωτής, -ια

2. εκτυπωτής, -ια για παπιέγκοφρέ

3. εκτυπωτής, -ια μετάλλων

estampería 1. θ, εικονοπωλείο, μαγαζί που πουλάει εικόνες

estampero, ra 1. α θ, έμπορος εικόνων

2. εικονογράφος

3. χαράκτης, -ια

estampía, de estampía 1. εκφ, σαν στάμπα> ξαφνικά, αιφνιδίως, embestir de estampía,

επιτίθεμαι αιφνιδίως

partir, salir de estampía, φεύγω, βγαίνω ξαφνικά, απροειδοποίητα

estampida 1. θ, εσπευσμένη αποχώρηση, el ganadero no evitó la estampida de las vacas,

o κτηνοτρόφος δεν απέφυγε την εσπευσμένη αποχώρηση των αγελάδων

2. ήχος δυνατός και ξερός, εκπυρσοκρότηση, έκρηξη

3. εκφ, de estampida, αιφνιδιαστικά, αιφνιδίως, εσπευσμένα

me voy de estampida porque me están esperando, φεύγω εσπευσμένα διότι με περιμένουν

estampido 1. α, έκρηξη, εκπυρσοκρότηση

2. εκφ, dar un estampido, σπάω με θόρυβο, σκάω

estampilla 1. θ, σφραγίδα

2. σφραγιδάκι με υπογραφή

estampillar 1. ρμ, σφραγίζω

estrave 1. α, ναυ, πρχ στείρα

etapa πρχ εταπ στην ποδηλασία, πρχ στάμπα σαν μαρκαρισμένο διάστημα διαδρομής

1. θ, στάδιο, φάση σε πράξη, διαδικασία, estoy en una buena etapa de mi vida,

βρίσκομαι σε μια καλή φάση της ζωής μου

2. αθλ, ετάπ

3. διαδρομή μεταξύ 2 στάσεων σε ταξίδι, en la primera etapa llegaremos hasta Barcelona,

στην πρώτη διαδρομή θα φτάσουμε μέχρι την Βαρκελώνη

4. σνθ, etapa ciclista, ποδηλατικό ετάπ

etapa contrarreloj, ετάπ ατομικής χρονομέτρησης

etapa reina, το δυσκολότερο και πιο αποφασιστικό ετάπ

etapa de montaña, ετάπ βουνού

etapa prólogo, πρόλογος

5. εκφ, pasar (por) una mala etapa, περνάω άσχημη φάση

quemar etapas, καίω= περνάω γρήγορα από μία φάση σε άλλη

por etapas, με διαστήματα, δόσεις, βαθμιαία, realizó su trabajo por etapas,

πραγματοποίησε την εργασία του με διαστήματα

Scroll to Top