ESLAVO

ESLAVO= ΠΡΧ ΣΛΑΒΟΣ, ΣΚΛΑΒΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

eslavo 1. α, γλώσσα Σλαβικά

eslavo, va 1. ε, σλαβικός, -ή, -ó

2. α θ, Σλάβος, Σλάβα

eslavizar 1. ρμ, κάνω σλαβικό

eslavismo 1. α, σλαβισμός

eslavófilo, la 1. ε, α θ, σλαβόφιλος, -η, -o

eslavón, ona 1. ε, σλαβονικός, -ή, -ó

2. α θ, γηγενής σλάβος, -α, κάτοικος Σλαβονίας

Eslavonia 1. ονο, Σλαβονία

eslovaco, ca 1. ε, σλοβάκικος, -η, -ο

2. α θ, Σλοβάκος, -α

eslovaco 1. α, γλώσσα Σλοβάκικα

Eslovaquia 1. ονο, Σλοβακία

Eslovenia 1. ονο, Σλοβενία

esloveno, na 1. ε, σλοβένικος, -η, -ο

2. α θ, Σλοβένος, -α

esloveno 1. α, γλώσσα Σλοβενικά

paneslavismo 1. α, πολ, πανσλαβισμός

paneslavista 1. ε, α θ, πανσλαβιστικός, -ή, -ó, πανσλαβιστής, -ια

Yugoslavia, Yugoeslavia 1. ονο, Γιουγκοσλαβία

yugoslavo, va, yugoeslavo, va 1. ε, γιουγκοσλαβικός, -ή, -ó

2. α θ, Γιουγκοσλάβος, -α

esclavón, ona 1. ε, σλαβονικός, -ή, -ó

2. α θ, κάτοικος Σλαβονίας

esclavonio, nia 1. ε, σλαβονικός, -ή, -ó

2. α θ, κάτοικος Σλαβονίας

esclavo, va 1. ε, α θ, σκλαβωμένος, -η, -o, υποδουλωμένος, -η, -o, σκλάβος, -α,

personas esclavas, άτομα σκλανωμένα

negro esclavo, νέγρος σκλάβος

algunos esclavos podían comprar su libertad,

κάποιοι σκλάβοι μπορούσαν να αγοράσουν την ελευθερία τους

2. μτφ, που σκλαβώνει, δεσμευτικός, -ή, -ó, σκλαβωτικός, -ή, -ό, υποδουλευτικός, -ή, -ό,

σκλάβος, -α, υπόδουλος, -η, -ο, δούλος, -η, -α, δέσμιος, -ια, -ιο,

un hombre esclavo de los instintos, ένας άνθρωπος δέσμιος των ενστίκτων του

esclavo del tabaco, de la televisión, del juego, σκλάβος του καπνού, τηλεόρασης, τζόγου,

llevar un negocio es muy esclavo, να έχεις μαγαζί είναι πολύ δεσμευτικό

3. μτφ, απαιτητικός, -ή, -ό, El deporte de competición es muy esclavo,

ο ανταγωνιστικός αθλητισμός είναι πολύ απαιτητικός

4. εκφ, ser alguien un esclavo, una esclava, γίνεται, είναι κάποιος σκλάβος= δουλεύει πολύ,

nunca le reconocerán lo que hace por su familia, es una esclava de todos.

ποτέ δεν θα του αναγνωρίσουν ό, τι κάνει για την φαμίλια του, είναι μια σκλάβα για όλους

esclava 1. θ, βραχιόλι, αλυσίδα, καδένα, σαν κρίκος σκλάβου

esclavismo 1. α, σκλαβισμός= καθεστώς δουλείας

esclavista 1. ε, α θ, υποστηρικτής, -ια σκλαβισμού, καθεστώτος δουλείας

esclavitud 1. θ, σκλαβιά= δουλεία

esclavizar 1. ρμ, κυρ, σκλαβώνω, υποδουλώνω, los terratenientes esclavizaban a los negros,

οι γαιοκτήμονες σκλάβωναν τους νέγρους

2. μτφ, σκλαβώνω, υποδουλώνω, el trabajo nos esclavizaba, η δουλειά μας σκλάβωνε

esclavina πρχ σαν κάπα σκλάβου

1. θ, πελερίνα, μπέρτα

2. γιακάς μπέρτας

eslabón πρχ σκλάβος= κρίκος αλυσίδας

1. α, κρίκος, uno de los eslabones de la cadena se ha roto,

ενας απο τους κρίκους της αλυσίδας έχει σπάσει

2. μτφ, κρίκος, su huida es el eslabón que completa la historia,

η φυγή του είναι ο κρίκος που συμπληρώνει την ιστορία

3. πριόβολος αναπτήρα

4. ακονόπετρα, μπάρα σιδερένια για ακόνισμα μαχαιριών

5. τχν, πέδιλο

6. σνθ, eslabón giratorio, ναυ, αμφι-δέτης

eslabón perdido, χαμένος κρίκος

eslabonar 1. ρμ, συνδέω κρίκους για να κάνω αλυσίδα

2. μτφ, συνδέω κάτι άυλο, eslabonó temas muy diversos para atraerse al público,

συνέδεσε θέματα πολύ διαφορετικά για να προσελκύσει το κοινό

eslabonamiento 1. α, σύνδεση κρίκων

2. μτφ, σύνδεση

deseslabonar 1. ρμ, πρχ ξε-κρικώνω= αφαιρώ κρίκους

2. μτφ, απο-συνδέω κάτι

3. μτφ, διακόπτω δεσμούς, σχέση με κάποιον, σαν κόψιμο κρίκου

deslabonamiento 1. α, αφαίρεση κρίκου

2. απο-σύνδεση σε κάτι

3. διακοπή φιλίας, δεσμού

deslabonar 1. ρμ, deseslabonar

chao 1. επφ, οικ, τσάο, ¡hasta mañana, chao! τα λέμε αύριο, τσάο!

Scroll to Top