ESCORIA= ΠΡΧ ΣΚΟΥΡΙΑ, ΣΚΑΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escoria 1. θ, τχν, σκουριά υψικάμινου, escoria de altos hornos
2. μτφ, ηφαιστειακά αναβλήματα, escoria de volcán
3. υλικό από σίδερο καυτό που πετάγεται απο σφυριλάτηση
4. μτφ, σκουριά ανθρώπινη= αποβράσματα κοινωνίας, η σάρα και η μάρα,
los mafiosos son la escoria de la sociedad, οι μαφιόζοι είναι τα αποβράσματα της κοινωνίας
5. μτφ, σαβούρα, μπάζα
escorial 1. α, σωρός παλιοσίδερα
escorificar 1. ρμ, τχν, σκωριοποιώ
escatófilo, la 1. ε, ζωλ, πρχ σκατό-φιλος= κοπρό-φιλος, -η, -o, insectos escatófilos,
κοπρόφιλα έντομα
escatología 1. θ, κοπρολογία, σκατολογία
2. θρη, φλφ, εσχατολογία
escatológico, ca 1. ε, κοπρολογικός, -ή, -ó, σκατολογικός, -ή, -ó
2. θρη, φλφ, εσχατολογικός, -ή, -ó
estiércol 1. α, μτθ, εσ-τιερ-κολ> σκα-τουλα= κοπριά, φυσικό λίπασμα
estercolar 1. ρμ, αγρ, ρίχνω σκατούλα= λιπαίνω με κοπριά, κοπρίζω
2. ρα, αγρ, για ζώο, αφήνω σκατούλα= χέζω, αφοδεύω
estercolamiento 1. α, αγρ, λίπανση, κόπρισμα
estercoladura 1. θ, αγρ, κόπρισμα, φυσική λίπανση
estercolero 1. α, σκατουλ-άρης= άτομο που μαζεύει την κοπριά
2. μέρος μαζέματος κοπριάς, φουσκί, κοπροσωρός
3. μτφ, αχούρι, Tu apartamento huele muy mal. ¿Cómo puedes vivir en este estercolero?
Το διαμέρισμά σου μυρίζει πολύ άσχημα. Πώς μπορείς να ζεις σε αυτόν το αχούρι;
ή σκουπιδότοπος, Debería limpiar el sótano de vez en cuando. Es un auténtico estercolero, Θα έπρεπε να καθαρίζετε το υπόγειο που και που. Είναι ένας πραγματικός σκουπιδότοπος
estercóreo, a 1. ε, ιατ, κοπρώδης, -ης, -ες
esterculiáceas 1. θ πλ, βοτ, στερκουλγίδες