ESCOPETA

ESCOPETA= ΠΡΧ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΕΙ Ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ> ΤΥΦΕΚΙΟ, ΤΟΥΦΕΚΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escopeta 1. θ, πρχ αυτό που κρατάει ο σκοπευτής= τουφέκι

Tengo una escopeta, pero por la seguridad de mis niños, no la guardo en casa,

Έχω ένα τουφέκι, αλλά για την ασφάλεια των παιδιών μου, δεν το κρατάω στο σπίτι

2. σνθ, escopeta de caza, κυνηγετικό τουφέκι

escopeta mocha, μακρύ-καννο τουφέκι

escopeta de aire comprimido, de chispa, de pistón,

αεροβόλο τουφέκι, λειόκαννο, κυνηγετική καραμπίνα

escopeta de balines, τουφέκι μικρού διαμετρήματος

escopeta de cañones recortados, de dos cañones, recortada,

κοντό-καννο, δί-καννο τουφέκι με πριονισμένη κάννη

3. εκφ, aquí te quiero ver, escopeta, οικ, μτφ, εδώ θέλω να σε δω, σκοπευτή=

εδώ σε θέλω κάβουρα να περπατάς στα κάρβουνα

escopetear 1. ρμ, τουφεκίζω επανειλημμένως, πυροβολώ με καραμπίνα,

escopeteó al león, τουφέκισε το λιοντάρι

Los policías dijeron que la víctima había sido escopeteada,

Οι αστυνομικοί ανέφεραν ότι το θύμα είχε πυροβοληθεί με καραμπίνα

2. ραντ, οικ, μτφ, ανταλλάσσω με άλλο πρόσωπο κολακείες, προσβολές

los dos hermanos andan siempre escopeteándose,

τα δυο αδέρφια πάνε πάντα ανταλλάσοντας προσβολές

escopeteo 1. α, τουφεκίδι, sólo se oían los escopeteos de los cazadores,

μόνο ακουγόταν το τουφεκίδι από τους κυνηγούς

2. μτφ, θόρυβος, εκπυρσοκρότηση εξάτμισης, el escopeteo nos asustó,

ο θόρυβος εξάτμισης μας τρόμαξε

3. οικ, μτφ, καταιγισμός, σειρά από επαίνους, κολακείες, εγκώμια, προσβολές,

un escopeteo de agresiones verbales, ένας καταιγισμός λεκτικών επιθέσεων

un escopeteo de cumplimientos, ένας καταιγισμός εγκωμίων

escopetazo 1. α, τουφεκιά ή πληγή από τουφεκιά,

el tigre muerto tenía un escopetazo en el cuello,

ο τίγρης είχε μια πληγή από τουφεκιά στο λαιμό

2. μτφ, είδηση βόμβα, la noticia de su boda fue un escopetazo para todos,

η είδηση του γάμου της ήταν, έπεσε σαν βόμβα για όλους

3. μτφ, είδηση δυσάρεστη, κεραμίδα

escopetería 1. θ, τουφεκίδι

2. στρ, τυφεκιο-φόροι

escopetero 1. α, στρ, τυφεκιο-φόρος, τουφεξής, οπλουργός

2. εντ, σκαθάρι-βομβαρδιστής

escopetado, da 1. ε, οικ, μτφ, για άτομο που πάει ή ενεργεί σα σφαίρα σκοπευτή= ταχύτατα, σφαίρα, βέλος, salió escopetado porque llegaba tarde,

έφυγε σφαίρα γιατί είχε αργήσει, θα έφτανε αργά

escopeteado, da 1. ε, οικ, σφαίρα, volví escopeteado para casa,

γύρισα σφαίρα για το σπίτι

Scroll to Top