ESCARPÍN

ESCARPÍN= ΠΡΧ ΣΚΑΡΠΙΝΙ, ΠΡΧ ΣΑΝ ΚΑΡΦΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escarpín 1. α, σκαρπίνι

2. σοσόνι

escarpar 1. ρμ, κόβω με μεγάλη κλίση, κάθετα το έδαφος

2. τεχ, αποξέω γλυπτό

escarpa 1. θ, γκρεμός, Los guerreros trataron de trepar por la escarpa para entrar al fuerte,

Οι πολεμιστές προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν από τον γκρεμό για να μπουν στο οχυρό

2. δρόμος με απότομη κλίση, πρανές, perdió el aliento en mitad de la escarpa,

έχασε την ανάσα του στα μισά της ανηφόρας

3. μτφ, σαμάρι σε δρόμο

4. μτφ, απότομη οχυρωματική ράμπα

escarpado, da 1. ε, για έδαφος, απόκρημνος, -η, -ο

escarpadura 1. θ, απόκρημνη πλαγιά

Scroll to Top