EGIPCIO= ΠΡΧ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, ΓΥΦΤΟΣ, ΚΟΠΤΗΣ, ΠΡΧ ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Egipto 1. ονο, Αίγυπτος
egipcio 1. α, ιδίωμα Αιγυπτιακά
egipciano, na 1. ε, αιγυπτιακός, -ή, -ó
2. α θ, Αιγύπτιος, -α
egipcio, cía 1. ε, αιγυπτιακός, -ή, -ó
2. α θ, Αιγύπτιος, -α
egipciaco, ca, egipcíaco, ca 1. ε, αιγυπτιακός, -ή, -ó
2. Αιγύπτιος, -α
egiptología 1. θ, αιγυπτιολογία
egiptólogo, ga 1. α θ, αιγυπτιολόγος
aciago, ga 1. ε, πρχ σκιάτο, -η> για μαύρη ημέρα ή γεγονός, μαύρος, -η, -o,
aquél fue un día aciago para mi, εκείνη ήταν μαύρη μέρα για μένα
copto, ta, cofto, ta 1. ε, πρχ αι-γύπτιο> κόπτης, κοπτικός, -ή, -ó
2. α θ, Κόπτης
copto 1. α, κοπτική γλώσσα
gitano, na 1. α θ, Τσιγγάνος, -να, un campamento de gitanos, καταυλισμός Τσιγγάνων
2. ε, τσιγγάνικος, -η, -o, la comunidad gitana, η τσιγγάνικη κοινότητα
un rito gitano, ένα τσιγγάνικο έθιμο
3. οικ, μτφ, υτμ, που κάνει κόλπα επιβίωσης σαν τσιγγάνος, απατεωνίσκος, -ισσα,
4. οικ, υτμ, πρχ αγύρτικος, -η, -o, el muy gitano me metió en un estafa,
o αγύρτης με έμπλεξε σε απατεωνιά
5. που έχει χάρη και ελκύει με ωραία λόγια, ειδικά για γυναίκες, κατεργάρης, -α, -ικο,
es muy gitana, είναι πολύ κατεργάρα
6. εκφ, que no se lo salta un gitano, οικ, που δεν το σαλτάρει> καταφέρνει ένας τσιγγάνος= πολύ μεγάλο ή υπερβολικό, se comió un bocadillo que no se lo salta un gitano,
έφαγε ένα τεράστιο σάντουιτς!
gitano 1. α, τσιγγάνικη γλώσσα, ρομανί
gitanada 1. θ, κολακεία
2. ομάδα Τσιγγάνων
3. οικ, γυφτιά
gitanear 1. ρα, λέω γλυκόλογα
2. κάνω κόλπα για να πάρω λεφτά ή να εξαπατήσω
gitanería 1. θ, κολακεία ή απατεωνιά
2. ομάδα Τσιγγάνων
3. οικ, υτμ, γυφτιά
gitanismo 1. α, τσιγγάνικο έθιμο
2. τσιγγάνικη λέξη, έκφραση
agitanar 1. ρμ, τσιγγανίζω κάποιον, κάνω κάποιον, κάτι να μοιάζει Τσιγγάνος, -νικο
2. ραντ, συμπεριφέρομαι σαν Τσιγγάνος
agitanado, da 1. ε, τσιγγανάτος, -η, -ο, σαν Τσιγγάνος