DÓRICO= ΠΡΧ ΔΩΡΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dórico, ca 1. ε, δωρικός, -ή, -ó, las tribus dóricas, τα δωρικά φύλα
2. ατκ, δωρικός, -ή, -ó, columna dórica, δωρικός κίονας
orden dórico, δωρικός ρυθμός
3. γλγ, δωρικός, -ή, -ó, el dialecto dórico, η δωρική διάλεκτος
dórico 1. α, ατκ, δωρικός ρυθμός
2. γλγ, δωρική διάλεκτος
dorio, ria 1. ε, δωρικός, -ή, -ó
2. α θ, Δωριεύς