DÉBIL= ΠΡΧ ΔΕΝ-ΒΑΛΛΕΙ> ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ, ΑΔΥΝΑΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
débil πρχ δεν-βάλλω= δεν μπορώ, δεν έχω δύναμη
1. ε, χωρίς δύναμη σωματική, σθένος, αδύναμος, -η, -ο, εύθραυστος, -η, -ο,
después de la enfermedad se ha quedado muy débil,
Μετά την ασθένεια έχει μείνει πολύ αδύναμος
un niño débil, ένα αδύναμο παιδί
2. ψυχικά αδύναμος, -η, -ο, εύθραυστος, -η, -ο, Su marido es muy débil de carácter,
Ο σύζυγός της είναι πολύ αδύναμος χαρακτήρας
3. λίγο αντιληπτός, ασθενικός, -ή, -ό, αμυδρός, -ή, -ό, πενιχρός, -ή, -ó,
una débil mejoría en su estado de salud, μια αμυδρή βελτίωση στην κατάσταση υγείας του
una luz débil, ενα αμυδρό φώς
4. χωρίς αξία, ισχύ, για νόμισμα, οικονομία, υποτιμημένος, -η, -o, ανίσχυρος, -η, -ο, αδύναμος, -η, -ο, el dólar está débil, το δολάριο είναι υποτιμημένο
5. για ένταση, αδύναμος, -η, -ο, ασθενής, -ής, -ές, la señal de wifi es muy débil,
το σήμα wifi είναι πολύ αδύναμο
6. γρμ, για φωνήεν, συλλαβή, αδύναμος, -η, -ο, banana tiene dos sílabas débiles,
η μπανάνα έχει 2 συλλαβές αδύναμες
7. χημ, για οξύ, βάση, ácido, base, ασθενής, -ής, -ές
8. εκφ, ser débil de carácter, έχω αδύναμο χαρακτήρα
débil 1. α θ, για άτομο, αδύναμος, -μη σωματικά, ψυχικά,
es una enfermedad que ataca a los más débiles,
είναι μια ασθένεια που προσβάλλει τους πιο αδύναμους,
los más débiles le votaron por la presión,
οι πιο αδύναμοι χαρακτήρες τον ψήφισαν λόγω πίεσης
2. εκφ, débil mental, διανοητικά καθυστερημένος
debilidad 1. θ, αδυναμία σωματική, ασθενικότητα, ατονία, καχεξία, καχεκτικότητα,
Intentó levantar la caja pero, por su debilidad, no pudo,
Προσπάθησε να σηκώσει το κουτί αλλά, λόγω της αδυναμίας του, δεν τα κατάφερε,
siento debilidad en las piernas, αισθάνομαι αδυναμία στα πόδια
2. αδυναμία ψυχική, ατονία, debilidad de carácter, αδυναμία χαρακτήρα,
ή πράξη λόγω αδυναμίας χαρακτήρα, fue una debilidad aceptar sus condiciones,
ήταν μια αδυναμία να δεχτεί τις συνθήκες τους
3. μτφ, adynamñia, su hijo mayor es su debilidad, Ο μεγάλος σου γιος είναι η αδυναμία σου
el helado es su debilidad, το παγωτό είναι η αδυναμία του
4. εξασθένηση για νόμισμα, οικονομία
5. αδυναμία σε κάτι, la debilidad defensiva del equipo, οι αμυντικές αδυναμίες της ομάδας
6. αδυναμία λόγω πείνας, siento debilidad, αισθάνομαι αδυναμία,
caerse de debilidad, πέφτω κάτω από την πείνα, λιμοκτονώ
7. σνθ, debilidad mental, νοητική καθυστέρηση
8. εκφ, tener, sentir debilidad por algo, alguien, έχω αδυναμία σε κάτι, κάποιον,
siente debilidad por los coches de lujo, έχει αδυναμία στα πολυτελή αυτοκίνητα
tiene debilidad por su sobrina, έχει αδυναμία για την ανιψιά του
debilitar πρχ δεν-βάλλω> κάνω κάποιον, κάτι να μην μπορεί, αφαιρώ την ισχύ του
1. ρμ, εξασθενίζω, αποδυναμώνω, La anemia que padece mi abuelo le debilita mucho,
Η αναιμία που πάσχει ο παππούς μου τον αποδυναμώνει πολύ
2. χάνω, κλονίζω, εξασθενώ, αποδυναμώνω, la muerte de su hija le ha debilitado su fe,
ο θάνατος της κόρης του του έχει εξασθενίσει την πίστη
El empresario aseguró que las constantes huelgas están debilitando el sector turístico,
Ο επιχειρηματίας βεβαίωσε ότι οι συνεχείς απεργίες αποδυναμώνουν τον τουριστικό κλάδο
la guerra ha debilitado la economía, ο πόλεμος έχει κλονίσει την οικονομία
3. ραντ, για άτομο, υγεία, αποδυναμώνομαι, πτοούμαι, εξασθενώ,
su salud se ha debilitado, η υγεία του έχει εξασθενίσει
4. μτφ, εξασθενώ, αποδυναμώνομαι, μαλακώνω, πέφτω, κάνω πίσω, υποχωρώ,
te debilitas ante cualquier problema, υποχωρείς μπροστά σε οποιοδήποτε πρόβλημα,
la economía se ha debilitado, η οικονομία έχει εξασθενίσει
su voz se ha debilitabo, η φωνή του έχει εξασθενίσει
debilitación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του debilitar
2. για άτομο, υγεία, εξασθένηση, αποδυνάμωση
2. μτφ, εξασθένηση, αποδυνάμωση
debilitamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του debilitar
debilitante 1. ε, αποδυναμωτικός, -η, -ο, εξασθενητικός, -η, -ο
débilmente 1. επρ, αδύναμα σε ένταση, ισχύ, σωματικά, ψυχικά, ελαφρά, αμυδρά,
las casas estaban débilmente iluminadas, τα σπίτια ήταν αμυδρά φωτισμένα
debilucho, cha 1. ε, για άτομο, πολύ αδύναμος, -η, -o, ισχνός, -ή, -ό, ασθενικός, -ή, -ό
2. α θ, καχεκτικός, -κή
endeble πρχ ανευ-δεν βάλλει ή α-δια-βλητος> με έννοια του δεν βάλλει= αδύναμος
1. ε, για άτομο, σωματικά αδύναμος, -η, -o, εξασθενημένος, -η, -o, καχεκτικός, -ή, -ó
Mi hermano es tan endeble que no puede levantar 10 kilos,
Ο αδερφός μου είναι τόσο αδύναμος που δεν μπορεί να σηκώσει 10 κιλά
Después de ser operada, Junquera se veía endeble,
Μετά από χειρουργική επέμβαση, ο Χουνκέρα φαινόταν αδύναμος
2. για πράγμα, εύθραυστος, -η, -o, Las viejas mesas de la taberna estaban ya muy endebles,
Τα παλιά τραπέζια της ταβέρνα ήταν πλέον πολύ εύθραυστα
3. μτφ, αδύναμος, -η, -o, Los fundamentos de tu teoría son endebles,
Τα θεμέλια της θεωρίας σας είναι αδύναμα
bolchevique 1. ε, ιστ, μπολσεβίκικος, -ή, -ó, el partido bolchevique, το κόμμα των μπολσεβίκων
2. α θ, μπολσεβίκος
bolchevismo, bolcheviquismo 1. α, ιστ, μπολσεβικισμός
bolchevizar 1. ρμ, ιστ, μπολσεβικο-ποιώ, κάνω κάποιον μπολσεβίκο
bolchevización 1. θ, μπολσεβικοποίηση