DROMEDARIO= ΠΡΧ ΔΡΟΜΑΔΑ, ΣΥΝΔΡΟΜΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dromedario 1. α, ζωλ, δρομάδα, δρομάς, καμήλα
loxodromia 1. θ, ναυ, λοξοδρομία
loxodrómico, ca 1. ε, ναυ, λοξοδρομικός, -ή, -ó
palíndromo 1. α, παλίνδρομο, καρκινική, παλίνδρομη λέξη, φράση
pródromo 1. α, ιατ, πρόδρομος σε αρρώστια
síndrome 1. α, σύνδρομο
2. σνθ, síndrome de abstinencia, στερητικό σύνδρομο
síndrome de Down, σύνδρομο Ντάουν
síndrome de inmunodeficiencia adquirida, σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας síndrome premenstrual, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο
síndrome de Estocolmo, σύνδρομο της Στοκχόλμης