DROGA

DROGA= ΠΡΧ ΥΔΡΟ-ΓΗΜΑ> ΝΑΡΚΩΤΙΚΟ, ΤΡΩΓΗΜΑ, ΠΡΧ ΔΡΑΚΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

droga πρχ βλέπω δράκους αν το πάρω= ναρκωτικό, πρχ υδρο-γημα= ναρκωτικό, φάρμακο

πρχ τρώγη-μα= φάρμακο

1. θ, ναρκωτικό, el problema de la droga, το πρόβλημα των ναρκωτικών

2. μτφ, εθισμός σε κάτι, ναρκωτικό, su droga es el fútbol,

το ναρκωτικό του είναι το ποδόσφαιρο

3. φάρμακο

4. πρχ υδρο-γημα= χρώματα για τέχνη

5. σνθ, droga blanda, μαλακά ναρκωτικά

droga dura σκληρά ναρκωτικά

droga sintética, de diseño, χημικές ναρκωτικές ουσίες

6. εκφ, dejar la droga, σταματώ τα ναρκωτικά

engancharse a la droga, γαντζώνομαι> εθίζομαι στα ναρκωτικά

drogadicción 1. θ, ναρκο-εθισμός, τοξικομανία

drogadicto, ta 1. ε, ναρκο-εθισμένος, -η, -ο, τοξικομανής, -ής, -ές, ναρκομανής, -ής, -ές,

su madre es drogadicta, η μητέρα του είναι τοξικομανής

2. α θ, τοξικομανής, ναρκομανής

drogado 1. α, νάρκωση ατόμου, ζώου

drogar 1. ρμ, ναρκώνω, la drogaron y la secuestraron, την νάρκωσαν και την απήγαγαν

2. ραντ, παίρνω ναρκωτικά, μαστουρώνω, ya no se droga, πλέον δεν παίρνουν ναρκωτικά

drogata 1. ε, α θ, οικ, χασικλήδικος, -η, -o, χασικλής, χασίκλα

drogota 1. α θ, οικ, χασικλής, -ού, χασίκλας

drogodependencia 1. θ, ναρκο-εξάρτηση= τοξικομανία, ναρκομανία

drogodependiente 1. ε, α θ, ναρκο-εξαρτημένος, -η, -ο, τοξικομανής, ναρκομανής

drugstore 1. α, φαρμακείο

droguería 1. θ, πρχ υδρο-μερος= κατάστημα προϊόντων καθαρισμού και χρωμάτων

droguero, ra 1. α θ, ιδιοκτήτης, -ια καταστήματος χρωμάτων, προϊόντων καθαρισμού

droguista 1. α θ, ιδιοκτήτης, -ια καταστήματος χρωμάτων, προϊόντων καθαρισμού

droguete 1. α, κιλίμι, επειδή έχει (δ)ριγωτά χρώματα

Scroll to Top