DANZA

DANZA= ΠΡΧ ΝΤΑΝΣ> ΧΟΡΟΣ, ΠΡΧ ΝΤΑΝΖΑ> ΔΑΝΣΑ> ΔΟΝΗΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ> ΧΟΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dance 1. α, μσκ, ντανς

dáncing 1. α, αίθουσα χορού

dantzari 1. α θ, χορευτής, -ια παραδοσιακών βασκικών χορών

danza 1. θ, χορός, danza española, ισπανικός χορός,

una academia de danza, μια σχολή χορού

2. σύνολο χορευτών, χορός

3. μτφ, πήγαινε έλα ατόμου, κίνηση συνεχής σε χώρο

4. οικ, μτφ, ύποπτη ιστορία, μπλέξιμο, las metió en danza, τους έμπλεξε σε ιστορίες

5. σνθ, danza clásica, κλασικός χορός

danza cintas, ρυθμική γυμναστική με κορδέλες

danza de guerra, guerrera, πολεμικός χορός

danza de la muerte, macabra, νεκρικός, μακάβριος χορός

danza del vientre, χορός της κοιλιάς

danza española, ισπανικός χορός

danza folclórica, παραδοσιακός, φολκλορικός χορός

danza moderna, μοντέρνος χορός

6. εκφ, en danza, μτφ, σε κίνηση, σε δράση, είμαι στο πόδι,

llevamos en danza desde las 8 de la mañana είμαστε στο πόδι από τις 8 το πρωί

no podía dormir y estuve toda la noche en danza,

δεν μπορούσα να κοιμηθώ και ήμουν στο πόδι όλο το βράδυ

meter a alguien en danza, βάζω κάποιον σε μπλέξιμο, ιστορία

contradanza 1. θ, κοντρα-ντανς= χορός με ζευγάρια που εναλλάσσονται μεταξύ τους

danzar 1. ρα, ρμ, χορεύω, me gusta danzar, μου αρέσει να χορεύω

2. ρα, μτφ, κινούμαι από δω κι από κει σε χώρο, τρέχω,

pasa el día danzando y termina agotado, περνάει την μέρα τρέχοντας και καταλήγει ψόφιος,

Me pasé todo el día danzando con los preparativos de la fiesta sorpresa,

Πέρασα όλη μέρα τρέχοντας με τις προετοιμασίες για το πάρτι-έκπληξη

danzante 1. ε, χορευτικός, -ή, -ó, procesión danzante, χορευτική λιτανεία

2. α θ, χορευτής, χορεύτρια σε δημόσια θεάματα, λιτανείες

3. μτφ, άτομο που χορεύει το μυαλό του= ελαφρόμυαλος, -η, κοκορόμυαλος, -η

es un danzante, είναι ένας ελαφρόμυαλος

4. αδιάκριτος, -η, -περίεργος, -η, No soporto estar rodeado de danzantes que no respetan mi intimidad, Δεν αντέχω να είμαι περιτριγυρισμένη από περίεργους που δεν σέβονται την ιδιωτικότητα μου

5. δραστήριος, -α, Marta es una danzante y siempre tiene un proyecto entre manos,

Η Μάρτα είναι μια δραστήρια και έχει πάντα ένα πρότζεκτ στα χέρια της

danzarín, danzarina 1. α θ, χορευτής, χορεύτρια

danzón 1. α, εθνικός χορός της Κούβας

Scroll to Top