CÓDIGO= ΠΡΧ ΚΩΔΙΚΟΣ, ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
códice 1. α, κώδικας γραπτός, παλιό χειρόγραφο,
El códice que descubrieron data del siglo XIV,
Ο κώδικας που ανακάλυψαν χρονολογείται από τον 14ο αιώνα
codicilo 1. α, κωδί-κελλος διαθήκης, codicilo de testamento
codicilar 1. ε, κωδι-κελλικός, -ή, -ό
código 1. α, κώδικας, κωδικός, Golpea la puerta. Si te preguntan cuál es el código, di "noche" Χτύπα την πόρτα. Αν σε ρωτήσουν ποιος είναι ο κωδικός, πες " νύχτα"
2. σνθ, código de acceso, κωδικός πρόσβασης
código de barras, γραμμικός κώδικας
código de circulación, κώδικας οδικής κυκλοφορίας
código deontológico κώδικας, δεοντολογίας
código penal, ποινικός κώδικας
código de señales, κώδικας σημάτων
código morse, κώδικας Μορς
código fuente, πλφ, πηγαίος κώδικας
código maligno, πλφ, κακοήθης κώδικας
código genético, γενετικός κώδικας
código mercantil, εμπορικός κώδικας
código postal, ταχυδρομικός κώδικας
código territorial, αριθμός κλήσης περιοχής, χώρας
codificar 1. ρμ, κωδικοποιώ μήνυμα, codificar en morse, κωδικοποιώ σε Μόρς
Hemos encontrado una manera de codificar nuestras transmisiones,
Βρήκαμε έναν τρόπο να κωδικοποιήσουμε τις μεταδόσεις μας
2. πλφ, κωδικοποιώ
3. νομ, κωδικοποιώ, El gobierno fue el primero en codificar una ley sobre igualdad,
Η κυβέρνηση ήταν η πρώτη που κωδικοποίησε έναν νόμο περί ισότητας
codificación 1. θ, κωδικοποίηση μηνύματος, προϊόντος
2. νομ, κωδικοποίηση
3. πλφ, κωδικοποίηση
codificado, da 1. ε, κωδικοποιημένος, -η, -o
codificador, ra 1. ε, α θ, κωδικοποιητικός, -ή, -ó, κωδικοποιητής, κωδικογράφος
codificador 1. α, πλφ, κωδικοποιητής, κωδικογράφος
descodificar, decodificar 1. ρμ, αποκωδικοποιώ
descodificación, decodificación 1. θ, αποκωδικοποίηση
descodificador, ra, decodificador, ra 1. ε, αποκωδικοποιητικός, -ή, -ό, που αποκωδικοποιεί.
descodificador, decodificador 1. α, αποκωδικοποιητής
transcodificar, trascodifícar 1. ρμ, διακωδικοποιώ
incuso, sa 1. ε, πρχ ιν-κουσο> εν-καυσω ή εν-κόπσω> κόψω κωδικό γραπτό σε επιφάνεια=
έγγλυφος, -η, -o, για νόμισμα, μετάλλιο, moneda, medalla incusa
yunque πρχ γιουνκε> σχήμα πρώτου γράμματος Υ= αμόνι
1. α, αμόνι, άκμονος, El herrero golpeaba con un martillo el metal sobre el yunque,
Ο σιδηρουργός χτύπαγε με ένα σφυρί το μέταλλο πάνω στο αμόνι
2. μτφ, για άτομο, βράχος απέναντι στις δυσκολίες
3. μτφ, για άτομο, σκυλί, δουλευταράς, -ού, σαν αμόνι στην δουλειά ανθεκτικός
4. ανα, άκμονας, El otorrino me dijo que tenía dañado el yunque del oído izquierdo,
Ο ΩΡΛ γιατρός μου είπε ότι είχε υποστεί ζημιά ο άκμονας του αριστερού μου αυτιού
5. εκφ, estar alguien al yunque, στέκει κάποιος στο αμόνι= αντέχει σε αντιξοότητα