CÍRCULO

CÍRCULO= ΠΡΧ ΤΣΙΡΚΟ> ΚΥΚΛΟΣ, ΠΡΧ ΤΣΕΡΚΙ= ΚΥΚΛΙΚΟ ΕΛΑΣΜΑ, ΠΡΧ ΚΟΡΩΝΑ,

ΠΡΧ ΣΥΜΦΩΝΑ C-R-C> ΚΡΙ-ΚΟΣ> ΚΥΚΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

circo πρχ τσίρκο

1. α, θέαμα τσίρκου, me gusta el circo, μου αρέσει το τσίρκο

2. θίασος τσίρκου

3. ιστ, ρωμαϊκό αμφιθέατρο σαν κύκλος τσίρκου

4. μτφ, φασαρία σαν τσίρκο, αναμπουμπούλα, χαμός απο κάτι, αναστάτωση

¡vaya circo con las obras de estado! κοίτα τσίρκο= χαμός με τα δημόσια έργα!

5. σνθ, circo ecuestre, τσίρκο με άλογα

circo glaciar, γωλ, παγετώδης αμφιθεατρική μορφή

circo romano, ρωμαϊκό αμφιθέατρο

circo taurino, αρένα

circense 1. ε, τσιρκίσιος, -ο, -α, σχετικό με τσίρκο

espectáculo circense, παράσταση του τσίρκου

juegos circenses, ρωμαϊκοί αγώνες

círculo πρχ κύκλος

1. α, γμτ, κύκλος, περιφέρεια

2. κύκλος απο άτομα, χορός, Los alumnos se sentaron en círculo alrededor del maestrο,

Οι μαθητές κάθισαν σε κύκλο γύρω από τον δάσκαλο

3. κύκλος ατόμων με ίδιο ενδιαφέρον, πολιτικός, οικονομικός, λέσχη, συνάφι,

en el círculo de mis padres hay muchos artistas,

στον κύκλο των γονιών μου υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες

4. μέρος συνάντησης ατόμων ίδιου κύκλου, λέσχη,

Los círculos de Bellas Artes de muchas ciudades están localizados en zonas centrales,

Οι λέσχες των Καλών Τεχνών πολλών πόλεων βρίσκονται σε κεντρικές περιοχές

5. κύκλος επαφών κάποιου, su círculo de amistades es amplio,

ο κύκλος με φιλίες του είναι ευρύς

6. κύκλος των πνευματιστών στο έδαφος

7. σνθ, círculo equinoccial, ισημερινός κύκλος

círculo familiar, οικογενειακός κύκλος

círculo polar, πολικός κύκλος

círculo polar, ártico, αρκτικός, βόρειος πολικός κύκλος

círculo recreativo, λέσχη διασκέδασης, εντευκτήριο

círculo vicioso, φαύλος κύκλος

círculo acimutal, ναυ, αζιμουθικός κύκλος

círculo central, αθλ, σέντρα

círculo de amigos, φιλικός κύκλος

círculo de empresarios, επιχειρηματική λέσχη

círculo de juego, λέσχη παιχνιδιών

círculo de lectores, λέσχη αναγνωστών

círculo de reflexión, κύκλος συζήτησης

círculos 1. α πλ, κύκλοι ατόμων, πληροφοριών, συνάφι,

los círculos bien informados, οι κύκλοι καλά πληροφορημένοι

2. περιβάλλον ατόμων, περίγυρος,

los círculos del rey, το περιβάλλον του βασιλέως

3. σνθ, círculos aristocráticos, αριστοκρατικοί κύκλοι

círculos económicos, οικονομικοί κύκλοι

círculos intelectuales, κύκλοι διανοουμένων

círculos políticos, πολιτικοί κύκλοι

circulación 1. θ, κυκλοφορία αίματος, circulación de sangre,

ή κυκλοφορικό, problemas de circulación, προβλήματα κυκλοφορικού

se le hinchan las piernas debido a la mala circulación,

του πρήζονται τα πόδια εξαιτίας της κακής κυκλοφορίας

2. κυκλοφορία οχημάτων, circulación de vehículos

3. κυκλοφορία αγαθών, ατόμων, la circulación de peatones, η κυκλοφορία των πεζών,

la libre circulación de bienes y personas,

η ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και αγαθών

4. κυκλοφορία χρημάτων, billetes de circulación, χαρτονομίσματα νόμιμης κυκλοφορίας

ya están en circulación las nuevas monedas de euro,

πλέον είναι σε κυκλοφορία τα νέα νομίσματα του ευρώ

5. σνθ, circulación atmosférica, ατμοσφαιρική κυκλοφορία

circulación de capitales, κυκλοφορία κεφαλαίων

circulación fiduciaria, νομισματική κυκλοφορία

circulación monetaria, κυκλοφορία νομισμάτων

circulación rodada, οδική κυκλοφορία

código de la circulación, Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας

circular 1. ε, κυκλικός, -ή, -ό, esquema circular, κυκλικό σχήμα

2. θ, εγκύκλιος, han enviado una circular a todos los empleados,

έστειλαν μια εγκύκλιο σε όλους τους υπαλλήλους

circular 1. ρμ, κυκλοφορώ, los vehículos circulan lentamente por la autovía,

τα οχήματα κυκλοφορούν αργά στην λεωφόρο

hacía frío y apenas circulaba gente por las calles,

έκανε κρύο και μόλις που κυκλοφορούσε κόσμος στους δρόμους

2. κυκλοφορώ για πράγμα μέσω κυκλώματος, la sangre circula por las venas,

το αίμα κυκλοφορεί μέσω φλεβών

3. κυκλοφορώ για φήμες, ειδήσεις, διαδίδονται, circulan comentarios sobre su cese,

κυκλοφορούν σχόλια για την παύση του

4. κυκλοφορεί κάτι απο χέρι σε χέρι, sus poemas circulan por la universidad,

τα ποιήματα του κυκλοφορούν στο πανεπιστήμιο

5. οκν, κυκλοφορία χρημάτων, αξιών

6. κυκλοφορώ διαταγή, ειδοποίηση, μεταδίδω, στέλνω,

la secretaría circuló la notificación del acuerdo entre patronal y trabajadores,

η γραμματέας έστειλε την ειδοποίηση της συμφωνίας μεταξύ εργοδοσίας και εργατών

circulante 1. ε, που κυκλοφορεί, κυκλοφορών, -ούσα, -ούν, περιοδεύων, -ουσα, -ον,

κινητός, -ή, -ό, librería circulante, κινητή βιβλιοθήκη

capital circulante, κεφάλαιο κίνησης

circularidad 1. θ, κυκλικότητα, ιδιότητα του κυκλικού

circularmente 1. επρ, κυκλικά, κυκλικώς

circulatorio, ria 1. ε, κυκλοφορικός, -ή, -ó, sistema circulatorio, κυκλοφορικό σύστημα

2. για κίνηση οχημάτων, κυκλοφοριακός, -ή, -ó, el caos circulatorio,

το κυκλοφοριακό χάος

semicircular 1. ε, ημι-κυκλικός, -ή, -ό

semicircularmente 1. επρ, ημι-κυκλικά

semicírculo 1. α, γμτ, ημι-κύκλιο

acíclico, ca 1. ε, άκυκλος, -η, -ο

cricoides 1. ε, ανα, κρικο-ειδής χόνδρος

monocilíndrico, ca 1. ε, μονο-κύλινδρος, -η, -ο

monociclo 1. α, μονό-τροχο ποδήλατο

pericido 1. α, βοτ, περι-κύκλιο

policíclico, ca 1. ε, πολυ-κυκλικός, -ή, -ó

ring 1. α, αθλ, πρχ κ-ρίκος= ρίνγκ μπόξ, πάλης, καναβάτσο

circuito πρχ σιρκουί> κυκλ-άκι= κύκλωμα

1. α, σιρκουί, για αγώνες, un circuito de 10 kilómetros, ένα σιρκουί 10 χιλιομέτρων

2. περιφέρεια σε έδαφος, περίμετρος κυκλική

3. περιφέρεια, πλαίσιο σε κάτι, όριο κυκλικό

4. ηκλ, κύκλωμα

5.μτφ, διαδρομή προκαθορισμένη, τουρ, γύρα, Cuando estuvimos en Madrid, hicimos un circuito de museos,

Όταν ήμασταν στη Μαδρίτη, κάναμε ένα τουρ, μια γύρα στα μουσεία

6. μτφ, κύκλωμα, συνάφι, κύκλος, no ha logrado entrar en el circuito de la música norteamericana,

δεν έχει καταφέρει να μπει στο μουσικό κύκλωμα της Βόρειας Αμερικής

7. σνθ, circuito de entrenamiento, πίστα προπονήσεως

circuito lógico, λογικό κύκλωμα

circuito precintado, αυτ, περι-μετρικό=κλειστό κύκλωμα

circuito turístico, τουριστική διαδρομή

circuito abierto, ηκλ, ανοιχτό κύκλωμα

circuito cerrado, κλειστό κύκλωμα

circuito cerrado de televisión, κλειστό κύκλωμα τηλεοράσεως

circuito comercial, εμπορικό κύκλωμα

circuito de alimentación, κύκλωμα τροφοδοσίας

circuito urbano, αστική διαδρομή

corto circuito, ηκλ, βραχυ-κύκλωμα

circuitería 1. θ, πλφ, κύκλωμα, circuitería electrónica, informática

ηλεκτρονικό κύκλωμα, πληροφοριακό κύκλωμα

microcircuito 1. α, ηκν, μικρο-κύκλωμα

cerco πρχ τσίρκο= κύκλος, πρχ τσερκι= κυκλικό έλασμα, πρχ κρίκος

1. α, μτφ, σημάδι, σαν κύκλος, ha quedado un cerco en la alfombra,

έχει μείνει ena σημάδι στο χαλί

2. μτφ, πολιορκία, σαν κύκλος, el cerco de la ciudad, η πολιορκία της πόλης

3. κλοιός σε κάτι, κάποιον, se estrecha el cerco contra los asesinos,

σφίγγει o κλοιός γύρω από τους δολοφόνους

4. πλαίσιο πόρτας, αντικειμένου, cerco de puerta, objeto

5. τσέρκι, στεφάνη βαρελιού

6. στεφάνη τροχού σε άμαξα

7. κύκλος ατόμων, πηγαδάκι

8. αστρ, κύκλος ήλιου, σελήνης, άλως

9.φράχτης, περίφραξη, Los animales derribaron el cerco y se dirigieron a la carretera,

Τα ζώα έσπασαν τον φράχτη και κατευθύνθηκαν προς το δρόμο

10. σνθ, cerco policíaco, αστυνομικός κλοιός

cerco sanitario, ζώνη υγειονομικού ελέγχου

10. εκφ, dejar un cerco, αφήνω σημάδι

estrechar el cerco, σφίγγω τον κλοιό

levantar el cerco, στρ, αίρω την πολιορκία

poner cerco a, θέτω κύκλο σε= πολιορκώ ενα μέρος ή περι-κυκλώνω τον εχθρό

cerquillo πρχ κυκλ-άκι

1. α, θρη, κυκλ-άκι στο μαλλί μοναχού σαν διακριτικό

2. κυκλικό ζωνάρι για κράτημα υποδήματος, βάρδουλο

cerca πρχ τσίρκο= κύκλος

1. θ, περίφραξη, φράχτης

2. τείχος πόλης

3. σνθ, cerca eléctrica, ηλεκτροφόρος φράχτης

cerca viva, φράχτης από δενδρύλλια, θάμνους

cercas 1. α πλ, τεχ, πρώτο πλάνο, οπου κυκλώνει ο φακός πρώτα

cerca 1. επρ, γύρω, κοντά στον χώρο ή χρόνο, la casa está cerca, το σπίτι είναι κοντά,

el verano está cerca, το καλοκαίρι είναι κοντά

2. εκφ, cerca de, σε χώρο, κοντά σε, la casa está cerca del metro,

το σπίτι είναι κοντά στο μετρό

για χρόνο, γύρω, περίπου, llegaron cerca de las doce, έφτασαν γύρω στις δώδεκα

κοντά, περίπου, γύρω για αριθμό, τιμή σε κάτι, hubo cerca de cien muertos,

οι νεκροί ήταν γύρω στους 100

κοντά στο να κάνω κάτι, λίγο ακόμα, estoy cerca de conseguirlo,

είμαι κοντά στο να το πετύχω

de cerca, για απόσταση, από κοντά, de cerca ve bien, από κοντά βλέπει καλά

cercado πρχ τσιρκάτο= κυκλάτο, σε σχήμα κύκλου

1. α, περίφρακτος χώρος εδάφους, μάνδρα

2. περίφραξη

cercador, ra 1. ε, που κυκλώνει, κυκλωτικό= ε, α θ, πολιορκητικός, -ή, -ό, πολιορκητής, -α

cercador 1. α, τεχ, εργαλείο χαρακτικής, επειδή κυκλώνει τα όρια

cerquita 1. επρ, πρχ κυκλ-άκι> κοντ-ούτσικα= πολύ κοντά

circa 1. πρθ, λγτ, περίπου, κατά προσέγγιση, circa 500, περίπου, γύρω στο 500

circadiano, na 1. ε, κιρκαδιανός, -ή, -ó

Circe 1. ονο, μυθ, Κίρκη

cercar πρχ τσερκίζω= κυκλώνω κάτι, σαν να θέτω τσέρκι, κρίκο

1. ρμ, περι-φράζω έδαφος, κτήμα, Han cercado las huertas para que no entraran los animales,

Έχουν περιφράξει τα περιβόλια για να μην μπουν τα ζώα  

2. στρ, πολιορκώ πόλη, φρούριο, περικυκλώνω, El general ordenó cercar la ciudad y bombardearla,

Ο στρατηγός διέταξε να περικυκλώσουν την πόλη και να τη βομβαρδίσουν

3. περιβάλλω, περιστοιχίζω, περικυκλώνω, μτφ, πολιορκώ, una multitud de periodistas cercó a la actriz,

ενα πλήθος απο δημοσιογράφους περικύκλωσε την ηθοποιό

descercar πρχ ξε-τσερκίζω= ξε-κυκλώνω

1. ρμ, γκρεμίζω, καταστρέφω τείχος πόλης

2. γκρεμίζω φράχτη

3. στρ, αίρω την πολιορκία

cercanía πρχ κυκλώνω= πλησίασμα σε κάτι, σαν κλείσιμο κύκλου

1. θ, κοντύτητα, γειτνίαση σε χώρο, εγγύτητα, la cercanía de dos casas,

η γειτνίαση δύο σπιτιών

2. για χρόνο, εγγύτητα, la cercanía del verano me anima,

η εγγύτητα του καλοκαιριού με ενθαρρύνει

cercanías 1. θ πλ, προάστια πόλης, περίχωρα,

tren de cercanías, προαστιακός σιδηρόδρομος

vive en las cercanías de Atenas, μένει στα περίχωρα της Αθήνας

2. εκφ, en las cercanías de, στα περίχωρα του, κοντά σε

cercanías 1. α, προαστιακός, el cercanías de Atenas, o προαστιακός της Αθήνας

cercano, na 1. ε, κοντινός, -ή, -ό, los fames más cercanos, οι πιο κοντινοί συγγενείς

2. για χρόνο, κοντινός, -ή, -ó, στενός, -ή, -ó, un día cercano, μία από αυτές τις μέρες

3. για χώρο, κοντινός, -ή, -ό, γειτονικός, -ή, -ó, una ciudad cercana

μια κοντινή πόλη

4. για ποσότητα, κοντινός, -ή, -ό, κοντά, περίπου, γύρω στο,

una fichaje cercano al millón de euros,

μια μεταγραφή κοντά στο ένα εκατομμύριο ευρώ

5. μτφ, κοντινός, -ή, -ό, un comportamiento cercano a la esquizofrenia,

μια συμπεριφορά κοντινή της σχιζοφρένειας

acercar πρχ τσερκίζω προς κάτι, κάποιον> κλείνω τον κύκλο και πλησιάζω, φέρνω κοντά

1. ρμ, πλησιάζω κάτι προς, φέρνω κοντά, acerca tu silla a la mesa,

πλησίασε την καρέκλα σου στο τραπέζι

acércame el diccionario, φέρε μου το λεξικό

2. πηγαίνω κάποιον κάπου (με μεταφορικό μέσο)

te acerco a la parada, σε πάω στην στάση

3. ραντ, πλησιάζω εμένα σε κάτι, πηγαίνω ή έρχομαι κοντά,

acércate más, πλησίασε περισσότερο

los dos países se acercaron políticamente, οι 2 χώρες ήρθαν κοντά πολιτικά

4. πηγαίνω, me acerco hasta la parada, πάω μέχρι την στάση

5. πλησιάζω, κοντεύω χρονικά, ya se acerca el día de tu aniversario,

πλέον πλησιάζει η ημέρα της επετείου σου,

se acerca la hora, κοντεύει η ώρα

6. acercarse a, μτφ, πλησιάζω σε κάτι= μοιάζει, su estilo se acerca al clásico,

το στιλ του πλησιάζει στο κλασικό

acercamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του acercar, πλησίασμα στο χώρο, χρόνο,

2. μτφ, προσέγγιση ατόμων, θέσεων σε θέμα,

En esta época sigue una política de entendimiento y acercamiento con Roma,

Την περίοδο αυτή ακολουθεί μια πολιτική συνεννόησης και προσέγγισης με τη Ρώμη

acerca, acerca de 1. εκφ, γύρω απο, σχετικά με, περί,

tiene grandes conocimientos acerca de este tema,

έχει μεγάλες γνώσεις γύρω απο αυτό το θέμα

cercenar πρχ κόβω άκρη, προεξοχή σε κάτι και μένει σαν κύκλος

1. ρμ, κόβω τις άκρες σε κάτι, el verdugo le cercenó la cabeza,

ο δήμιος του έκοψε το κεφάλι

2. μτφ, περικόπτω, περιορίζω ελευθερίες, δικαιώματα

3. μτφ, περικόπτω, περιορίζω έξοδα

4. περικόπτω έκταση κειμένου, la censura cercenó los párrafos eróticos,

η λογοκρισία περιέκοψε τις ερωτικές παραγράφους

5. περικόπτω απο βάση, cercenar árboles, περικόπτω δέντρα

cercenamiento 1. α, περικόψιμο άκρων, προεξοχών

2. μείωση, περικοπή κειμένου, ομιλίας

3. περιορισμός ελευθεριών, δικαιωμάτων

cercenador, ra 1. ε, περικοπτικός, -ή, -ό, που κόβει, περικόπτει

cercén, a cercén 1. εκφ, χωρίς άκρες, από τη ρίζα, lo cortaron a cercén,

το έκοψαν από τη ρίζα

cerchar 1. ρμ, αγρ, καταβολεύω

cerchón 1. α, ατκ, ζευκτό στέγης

cercha 1. θ, ατκ, ζευκτό στέγης

cerne 1. ε, κυκλικό= σκληρός, -ή, -ó μέρος ξύλου

2. α, δακτύλιος κορμού

cierzas 1. θ πλ, βοτ, βλαστοί, παρα-φυάδες, επειδή κυκλώνουν το φυτό

cierzo 1. α, τραμουντάνα, βορειοδυτικός άνεμος, βοριάς

cornija πρχ κορνιζα = σαν κύκλος που περιβάλλει

1. θ, ατκ, κορνίζα , ακρο-γείσιο, μαρκίζα

cornijón 1. α, πρχ κορνί-γωνο= γωνία κτηρίου

2. ατκ, θριγκός, γείσο

cornisa πρχ κορνίζα= σαν κυκλική περίμετρο

1. θ, ατκ, κορνίζα, ακρογείσιο

2. γεω, απότομη βουνοπλαγιά

3. εκφ, la Cornisa Cantábrica, η Κανταβρική ακτογραμμή

cornisamento, cornisamiento 1. α, ατκ, θριγκός, γείσο

corola 1. θ, βοτ, πρχ κορώνα= στεφάνη, κάλυκας άνθους

corolario πρχ κορονάτο= νόημα που βγαίνει απο κάτι, σαν κορώνα

1. α, πόρισμα για κάτι, απόρροια

corona 1. θ, κορώνα μονάρχη, στέμμα

2. μτφ, θρόνος, βασιλιάς, el heredero de la Corona, o διάδοχος του θρόνου

la Corona de España, o βασιλιάς της Ισπανίας

3. κορώνα= στεφάνι λουλουδιού

4. φωτοστέφανο αγίου

5. κορυφή κρανίου ή κορυφή καπέλου

6. νόμισμα κορώνα, κορόνα

7. μύλη, στεφάνη

8. αστρ, στέμμα άστρου

9. ιατ, οδοντοτροχός, στεφάνη

10. κουρδιστήρι ρολογιού

11. γμτ, ατκ, στεφάνη

12. σνθ, corona de espinas, αγκάθινο στεφάνι

corona de laurel, δάφνινο στεφάνι

corona fúnebre, στεφάνι κηδείας

13. εκφ, ceñir, ceñirse la corona, ζώνω, ζώνομαι την κορώνα= ανεβαίνω στο θρόνο

poner una corona a una muela, ιατ, βάζω θήκη σε ένα δόντι (τραπεζίτη)

coronar πρχ βάζω κορώνα σε κάποιον

1. ρμ, ραντ, κυρ, μτφ, στέφω ή θέτω κορώνα σε βασιλιά, μονάρχη,

coronaron a la más bella de la fiesta, έστεψαν την πιο όμορφη της γιορτής

aquel tirano se coronó a sí mismo, εκείνος ο τύραννος στέφθηκε μόνος του

2. ρμ, μτφ, ανεβαίνω βουνό, σαν να φτάνω την κορώνα> κορυφή, σκαρφαλώνω

coronaron el Everest, ανέβηκαν στο Έβερεστ

3. μτφ, καλύπτω, los montes están coronados de nieve,

τα βουνά είναι κορωνιασμένα= καλυμμένα με χιόνι

4. μτφ, φτάνω στην κορώνα σε κάτι= κορυφώνω μια προσπάθεια, πορεία, επισφραγίζω,

aquella novela coronó su carrera como escritor,

εκείνο το μυθιστόρημα κορύφωσε την καριέρα του σαν συγγραφέας

5. μτφ, κάνω ντάμα

6. στο σκάκι, προάγω το πιόνι σε βασίλισσα

7. ραντ, εμφανίζεται το κεφαλάκι (κορώνα) του μωρού κατά τον τοκετό

cuando llegó al hospital el niño ya se coronaba,

όταν έφτασε στο νοσοκομείο το παιδί ήδη έβγαζε κεφάλι

descoronar 1. ρμ, ξε-κορωνιάζω= καθαιρώ έναν βασιλιά

coronación πρχ κορώνο-θεσία

1. θ, στέψη βασιλιά, μονάρχη

2. μτφ, τελείωμα σε κάτι, σαν να θέτω κορώνα, αποκορύφωμα σε έργο, επισφράγιση,

el mundial supuso la coronación de su carrera,

το μουντιάλ αποτέλεσε την επισφράγιση της καριέρας του

3. ατκ, στεφάνη

coronado 1. α, θρη, κληρικός κατώτατου βαθμού με κουρά (κορώνα σχήμα στο μαλλί)

coronal 1. ε, ανα στεφανιαίος, -α, -ο

coronamiento 1. α, αποκορύφωμα σε έργο, ολοκλήρωση

coronario, ria 1. ε, ανα, στεφανιαίος, -α, -ο

coronariopatía 1. θ, ιατ, στεφανιαία καρδιακή νόσος, στεφανιαία νόσος

coronilla 1. θ, πρχ κορον-ούλα= κορυφή κρανίου, se recogió el pelo en la coronilla,

μάζεψε το μαλλί στην κορυφή

2. θρη, κουρά κληρικών κυκλική στο πάνω σημείο της κεφαλής

3. εκφ, andar, ir, bailar de coronilla, οικ, προχωρώ με κορωνούλα σε κάτι=

προχωρώ σε κάτι με πολλή επιμέλεια, προσοχή,

hasta la coronilla, οικ, είμαι ως το αμήν (κορονα), έφτασε ο κόμπος στο χτένι

estoy hasta la coronilla de su actitud, είμαι ως το αμήν με την στάση του

enchiquerar πρχ εν-τσιρκο θέτω= εν-κυκλώνω

1. ρμ, ταυ, βάζω τον ταύρο σε ειδικό χώρο πριν τη ταυρομαχία

2. οικ, μτφ για άτομο, κλείνω στην στενή

enchiqueramiento 1. α, ταυ, φύλαξη ταύρου σε ειδικό χώρο πριν την ταυρομαχία

2. οικ, εν-κλεισμός σε στενή, φυλάκιση

zarcillo πρχ τσερκάκι=κυκλάκι

1. α, σκουλαρίκι

2. βοτ, έλικας

3. αγρ, σκαλιστήρι

zarcillitos 1. α πλ, βοτ, έλικες

Scroll to Top