CURSI= ΠΡΧ ΚΟΥΡΣΙ> ΚΙΤΣ Ή ΜΕ ΚΟΥΣΟΥΡΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ> ΜΕ ΛΟΞΑ ΣΕ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΟΜΙΛΙΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cursi πρχ κιτς
1. ε, για ντύσιμο, κιτς, κακόγουστος, -η, -ο, lleva un vestido cursi, φορά ένα φόρεμα κιτς
2. για ταινία, βιβλίο, δημιουργό, κιτς, κακόγουστος, -η, -ο, me parece un escritor muy cursi,
μου φαίνεται ενας συγγραφέας πολύ κιτς
3. για τρόπους, ομιλία, λοξός, -ή, -ό, περίεργος, -η, -ο, φαντασιόπληκτος, -η, -ο, που δείχνει κάτι που δεν είναι, llegó con sus cursis andares, έφτασε με το κιτς περπάτημα του
4. μυγιάγγιχτος, -η, -o, no seas cursi, pela las gambas con los dedos,
μην είσαι μυγιάγγιχτος και καθάρισε τις γαρίδες με το χέρι
5. α θ, κιτς συναισθηματικά, γλυκανάλατος, -η,
me encanta esa peli de amor, ¡estoy hecho un cursi!
λατρεύω αυτή την ταινία αγάπης, έχω γίνει εντελώς γλυκανάλατος!
cursilada 1. θ, κιτς λόγια, deja de decir cursiladas, σταμάτα να λες κιτσαριές, υπερβολές
2. κιτς πράγμα, esas cortinas son una cursilada, αυτές οι κουρτίνες είναι σκέτη κιτσαρία
cursilería 1. θ, κιτσαριά συναισθηματική ή λόγια επιτηδευμένα, γλυκανάλατα λόγια,
esta película es una cursilería, αυτή η ταινία είναι γλυκανάλατη
cuando está con su novia sólo dice cursilerías,
όταν είναι με την κοπέλα του λέει συνεχώς γλυκανάλατα πράγματα
2. κιτσαριά σε τρόπους, επιτήδευση, προσποίηση, no soporto su cursilería,
δεν αντέχω την επιτήδευσή της