CUERDA= ΠΡΧ ΚΟΡΔΟΝΙ, ΧΟΡΔΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anemocordio 1. α, μουσικό όργανο, ανεμο-χόρδιο
clavicordio 1. α, κλειδό-χορδο
heptacordo 1. α, επτά-χορδο στην μουσική
hexacordo 1. α, εξά-χορδο στην μουσική
monocorde 1. α, μονό-χορδος στην μουσική
monocordio 1. α, μονό-χορδο στην μουσική
monacordio 1. α, μονό-χορδο
octacordio 1. α, οκτά-χορδο στην μουσική
pentacordio 1. α, πεντά-χορδο στην μουσική
tetracordio 1. α, τετρά-χορδο στην μουσική
manicordio 1. α, μονό-χορδο
notocordio 1. α, νώτο-χόρδιο
cuerda 1. θ, χορδή, σπάγκος, Aquí tienes un trozo de cuerda para atar el paquete,
Ορίστε ένα κομμάτι σπάγκο για να δέσεις το πακέτο
2. ελατήριο μηχανισμού, από χορδή σπειροειδές
3. αλυσίδα εκκρεμές ρολογιού
ή μχν, καδένα
4. γμτ, χορδή
5. αθλ, σχοινί αναρρίχησης, αλπινιστών, Hará falta una cuerda fuerte para escalar la montaña, Θα χρειαστεί ένα γερό σχοινί για να ανέβει κανείς το βουνό
6. μσκ, χορδή, rompió una cuerda de la guitarra, έσπασε μια χορδή της κιθάρας
ή έγχορδα όργανα
7. χορδή τόξου
8. κορυφογραμμή σε οροσειρά
9. παιχνίδι σχοινάκι
10. θ πλ, ανα, τέντονες
11. αθλ, σχοινιά ρινγκ
12. σνθ, φωνητικές χορδές, cuerdas vocales
13. εκφ, aflojar la cuerda, μτφ, χαλαρώσω τα λουριά> την πίεση, προσπάθεια για κάτι,
trabajas demasiado, mejor que aflojes un poco la cuerda,
δουλεύεις πάρα πολύ, καλύτερα να χαλαρώσεις λίγο τα λουριά
apretar la cuerda, σφίγγω τα λουριά
dar cuerda al reloj, να κουρδίσω ρολόι,
dar cuerda a algo, να δώσω χορδή σε κάτι> παρατείνω χρονικά κάτι,
dio cuerda a la canción para contentar al público,
έδωσε παράταση στο τραγούδι για να ευχαριστήσει το κοινό
dar cuerda a alguien, δίνω χορδή σε κάποιον> τον ενθαρρύνω να κάνει, να πει κάτι,
le daban cuerda para que dijera todo lo que sabía,
τον ενθάρρυναν για να έλεγε όλο αυτό που ήξερε
estar con la cuerda al cuellο, στέκομαι με την θηλιά στον λαιμό
tocar a alguien la cuerda sensible, αγγίζω σε κάποιον την ευαίσθητη χορδή
por debajo de la cuerda ή bajo cuerda, κάτω από την χορδή= κάτω από το τραπέζι,
Le daban dinero bajo cuerda, του έδιναν χρήματα κάτω από το τραπέζι
en la cuerda floja, στην χαλαρή χορδή= σε σημείο περίπλοκο, δύσκολο, επικίνδυνο,
las deudas han dejado el negocio en la cuerda floja,
τα χρέη έχουν αφήσει την επιχείρηση σε σημείο δύσκολο
contra las cuerdas, όπως ο μποξέρ κόντρα στα σχοινιά> είμαι σε δύσκολη κατάσταση,
με την πλάτη στον τοίχο, la nueva situación le tenía contra las cuerdas,
η νέα κατάσταση τον είχε με την πλάτη στον τοίχο
ser uno de la otra cuerda, μτφ, είναι ένας από την άλλη πλευρά,
no le votará, es de la otra cuerda, δεν θα τον ψηφίσει, είναι από την άλλη πλευρά
encordar 1. ρμ, εν-χορδίζω μουσικό όργανο, βάζω χορδές
2. βάζω χορδές σε ρακέτα του τένις
3. δένω κάτι με σχοινί
encordadura 1. θ, εν-χόρδισμα, σύνολο χορδών μουσικού οργάνου
descordar 1. ρμ, ξε-χορδίζω το μουσικό όργανο
2. παραλύω τον ταύρο χτυπώντας το νωτο-χόρδιο
desencordar 1. ρμ, ξε-χορδίζω το μουσικό όργανο
calacuerda 1. θ, πρχ καλώ-χορδή> εντολή επίθεσης στον στρατό, για να βάλουν το φυτίλι, στο όπλο για επίθεση
mancuerda 1. θ, χειρό-χορδο, βασανιστήριο με δεμένα χέρια
corda 1. θ, εκφ, estar a la corda, στέκω σε χορδή, ξάρτι, επειδή η χορδή είναι το ξάρτι, σχοινί, πλέω με άνεμο πρχ κορδα> κόντρα
cordada 1. θ, ομάδα αλπινιστών που δένονται από μια χορδή, σχοινί
cordado 1. ε, χορδωτό, -ή, -ό, για ζώα
2. για όργανα χορδωτά
cordaje 1. α, χορδάγημα= σύνολο χορδών ενός οργάνου μουσικής
2. χορδές ρακέτας
3. σύνολο σχοινιών, ξάρτια ενός πλεούμενου
cordal 1. α, χορδοστάτης στην μουσική
cordería 1. θ, χορδία, σύνολο σχοινιών
cordel 1. α, κορδόνι, σπάγκος, Ese rollo de cordel es el juguete preferido de la gata,
Αυτό το ρολό με σπάγκο είναι το αγαπημένο παιχνίδι της γάτας
2. μονοπάτι για πορεία ζώων, σαν κορδόνι
3. σχοινί οδηγός, ράμμα οικοδόμων, cordel guía
4. απόσταση 5 βημάτων
5. εκφ, σε ευθεία γραμμή, κατακόρυφα, a cordel, για κτίρια, δέντρα, δρόμους,
Los árboles están plantados a cordel, Τα δέντρα είναι φυτευμένα σε ευθεία γραμμή
cordelar 1. ρμ, βάζω όρια με κορδόνι σε χώρο
acordelar 1. ρμ, μετρώ με κορδέλα-μέτρο κάτι
2. οριοθετώ με κορδέλα-σχοινί ένα χώρο
encordelar 1. ρμ, εν-κορδελίζω= δένω κάτι με κορδέλα, σπάγκο
2. βάζω κορδέλα σε κάτι
desencordelar 1. ρμ, ξε-κορδονιάζω= αφαιρώ τα κορδόνια, σπάγκο, σχοινιά από κάπου
cordelado, -da 1. ε, λωρίδα από μετάξι σαν κορδόνι, κορδελάτος, -η, -ο
cordelazo 1. α, κορδονιά, χτύπημα με κορδόνι
cordelejo 1. α, σχοινάκι, από χορδή
2. εκφ, dar cordelejo a alguien, δίνω κορδονάκι> ψεύτικες ελπίδες σε μήκος χρόνου=
δίνω ψεύτικες ελπίδες σε κάποιον
cordelero, -ra 1. ε, σχετικός με το κορδόνι, σπάγκο, κορδονιού, σπάγκου
2. α θ, κορδονοποιός, σπαγκοποιός, σπαγκάρης, -ισσα
cordelería 1. θ, κορδονοποιία, σπαγκοποιία
2. κορδονοποιείο, σπαγκοποιείο
3. κορδελαριό, σύνολο από κορδόνια
4. σύνολο ξαρτιών στο σκάφος, επειδή είναι κορδόνια, σχοινιά
cordelillo 1. α, κορδονάκι
2. εκφ, dar cordelillo a alguien, δίνω ψεύτικες ελπίδες σε κάποιον
cordita 1. θ, κορδίτης
corditis 1. α, χορδίτης, πάθηση των φωνητικών χορδών
cordillera 1. θ, οροσειρά, επειδή μοιάζει με χορδή καμπυλόγραμμη
ή πρχ κ-ορδη-λιερα> ορδή από όρη
cordillerano, -na 1. ε, κάτοικος οροσειράς
cordón 1. α, κορδόνι, σπάγκος
2. κορδόνι παπουτσιού
3. καλώδιο ρεύματος, σαν κορδόνι
4. ατκ, στεφάνη, σαν κυκλικό κορδόνι
5. κράσπεδο, σαν κορδόνι η γραμμή που σχηματίζει
6. σιρίτι, σαν κορδόνι
cordonazo 1. α, κορδονιά, χτύπημα με κορδόνι
cordoncillo 1. α, γραμμές, ραβδώσεις του υφάσματος, σαν κορδόνι
2. τρέσα στην ραπτική, σαν κορδόνι
3. στεφάνη νομίσματος, σαν κορδόνι κυκλικό
4. κορδονέτο του σχοινιού
cordonero, -ra 1. α θ, κορδονοποιός
2. ξαρτοποιός, επειδή τα ξάρτια είναι σχοινιά
cordonería 1. θ, σχοινοποιία
2. σχοινοποιείο
acordonar 1. ρμ, δένω τα κορδόνια του παπουτσιού
ή δένω με κορδόνι, σπάγκο κάτι
2. αποκλείω περιοχή με κορδόνι, οριοθετώ, La policía llegó y acordonó la zona,
Η αστυνομία έφτασε και απέκλεισε την περιοχή με κορδόνι
3. φτιάχνω την στεφάνη του νομίσματος
acordonado, -da 1. ε, δεμένος με κορδόνι, κορδονοδεμένος, -η, -ο
2. παπούτσια με κορδόνι, κορδονάτος, -ο, -η
3. περιοχή οριοθετημένη με κορδόνι
acordonamiento 1. α, πράξη του acordonar
encordonar 1. ρμ, εν-κορδονίζω= δένω ή στολίζω κάτι με κορδόνι
procordado 1. α, ζώο με νεύρα χορδωτά
corion 1. α, χορίον, μεμβράνη
coriariáceo, -a 1. ε, χοριώδες, -η, όνομα για φυτά
coroides 1. α, χοριοειδής
coroideo, -a 1. ε, χοριοειδικό, -ή, -ός
arúspice 1. α, πρχ αρου-σπισε> ιερο-σκόπος= ιερέας που έβλεπε τα έντερα και μάντευε
aurúspice 1. α, arúspice
aruspicina 1. θ, η τέχνη της ιεροσκοπίας, σπλαχνο-σκοπίας