CRETA= ΠΡΧ ΚΡΗΤΗ, ΠΡΧ ΑΡΧ ΚΡΗΤΙΔΑ> ΚΙΜΩΛΙΑ, ΠΗΛΟΣ, ΠΡΧ ΚΡΑΓΙΟΝ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Creta 1. ονο, Κρήτη
cretense 1. ε, Κρητικός, -ή, -ό
2. α θ, Κρητικός, Κρητικιά
creta 1. θ, κρητίδα (λόγιο)= κιμωλία
cretáceo, a, cretácico, ca 1. ε, γωλ, κρητιδικός, -ή, -ó
cretáceo, cretácico 1. ε, γωλ, κρητιδικός, -ή, -ó
2. εκφ, el Cretáceo Inferior, Medio, Superior,
η πρώιμη, η μέση, η ύστερη Κρητιδική περίοδος
greda 1. θ, πηλός
gredal 1. α, λατομείο πηλού
gredoso, sa 1. ε, πηλώδης, -ης, -ες
engredar 1. ρμ, αλείφω με πηλό
crayola 1. θ, πρχ κραγιον> κηρο-μπογιές
sincrético, ca 1. ε, συγκρητικός, -ή, -ó
sincretismo 1. α, συγκρητισμός
sincretista 1. ε, α θ, συγκρητιστικός, -ή, -ό, συγκρητιστής, -ια