COSACO= ΠΡΧ ΚΟΖΑΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cosaco, ca 1. ε, κοζάκικος, -η, -o
2. α θ, Κοζάκος
3. εκφ, beber como un cosaco, οικ, μτφ, πίνω σαν σφουγγάρι, νεροφίδα
casaca 1. θ, καζάκα
2. εκφ, cambiar de casaca ή volver la casaca, μτφ, αλλάζω κόμμα, πολιτικές ιδέες
casaquilla 1. θ, καζακ-ούλα> κοντή καζάκα