CORSO

CORSO= ΠΡΧ ΚΟΡΣΙΚΑΝΟΣ

corso, sa 1. ε, κορσικανικός, -ή, -ó

2. α θ, Κορσικανός, Κορσικανή

corso 1. α, γλγ, κορσικανικά

2. ναυ, κούρσεμα

Scroll to Top