CONDIMENTAR= ΠΡΧ ΣΥΝ-ΔΙΑ-ΝΕΜΩ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΦΑΓΗΤΟ> ΚΑΡΥΚΕΥΩ,
ΠΡΧ ΣΥΝ-ΕΝ-ΔΥΜΑ ΣΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
condimentar 1. ρμ, καρυκεύω, Alice condimentó el pollo con limón y ajo,
Η Αλίκη καρύκευσε το κοτόπουλο με λεμόνι και σκόρδο
condimentación 1. θ, καρύκευση
condimento 1. α, καρύκευμα, μπαχαρικό