COMPUTAR

COMPUTAR= ΠΡΧ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ> ΜΕΤΡΑΩ, ΥΠΟΛΟΓΙΖΩ, ΜΤΦ ΒΟΥΛΟΜΑΙ, ΛΟΓΙΖΩ,

ΠΡΧ ΑΝΑΠΑΙΣΤΟΣ, ΗΧΜ ΠΟΥΤ> ΠΑΤΑΩ, ΧΤΥΠΩ ΚΑΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ,

ΠΡΧ ΚΟΝΤΕΡ, ΣΚΟΝΤΟ, ΠΡΧ ΠΙΘΑΡΙ, ΠΡΧ Π-ΑΒΟΡ> Φ-ΟΒΕΡΑ

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

anapesto 1. α, ανάπαιστος

anapéstico, ca 1. ε, αναπαιστικός, -ή, -ό

computador πρχ κομπιούτερ

1. α, ηλεκτρονικός υπολογιστής

2. κομπιουτεράκι

computadora 1. θ, ηλεκτρονικός υπολογιστής

2. κομπιουτεράκι

3. σνθ, computadora analógica, digital, αναλογικός, ψηφιακός υπολογιστής

computadora central, κεντρικός υπολογιστής

computadora compatible, συμβατός υπολογιστής

computadora de a bordo, υπολογιστής αυτοκινήτου

computadora doméstica, personal, portátil, οικιακός, προσωπικός, φορητός υπολογιστής

microcomputadora 1. θ, πλφ, μικροϋπολογιστής

supercomputador 1. α, υπερυπολογιστής

supercomputadora 1. θ, υπερυπολογιστής

cómputo 1. α, υπολογισμός, κατα-μέτρηση, cómputo de votos, μέτρηση ψήφων,

hay que hacer el cómputo de los asistentes,

πρέπει να κάνουμε την καταμέτρηση των θεατών

2. υπολογισμός σε κάτι, cómputo de fiestas móviles, υπολογισμός κινητών εορτών

3. σνθ, θρη, cómputo eclesiástico, υπολογισμός εκκλησιαστικός για εορτές, Πάσχα

computar 1. ρμ, καταμετρώ, μετρώ, υπολογίζω με αριθμούς κάτι,

ya hemos computado todos los votos, έχουμε ήδη καταμετρήσει όλες τις ψήφους

computar los años, υπολογίζω τα χρόνια

2. λαμβάνω υπ’ όψιν σε μέτρηση για κάτι, υπολογίζω, μετρώ,

para la jubilación sólo computan los diez últimos años de cotización,

για την συνταξιοδότηση μετρούν μόνο τα δέκα τελευταία χρόνια εισφορών

3. ραντ, υπολογίζεται, μετριέται, λαμβάνεται υπ’ όψιν σε μέτρημα, ισούται,

cada partido ganado se computa con dos puntos,

κάθε κερδισμένο παιχνίδι υπολογίζεται, μετριέται, ισούται με 2 πόντους

computación 1. θ, υπολογισμός

2. πλφ, επιστήμη υπολογιστών, πληροφορική

computacional 1. ε, υπολογιστικός, -ή, -ό

2. πλφ, πληροφορικός, -ή, -ó, υπολογιστικός, -ή, -ό,

la lingüistica computacional, η υπολογιστική γλωσσολογία

computable 1. ε, υπολογίσιμος, -η, -ο, Esos no son datos computables,

Αυτά δεν είναι υπολογίσιμα δεδομένα

computarizar, computadorizar 1. ρμ, επεξεργάζομαι μέσω κομπιούτερ δεδομένα, μηχανογραφώ, ψηφιοποιώ, Nuestra biblioteca se encuentra en proceso de computarizar todos sus registros, Η βιβλιοθήκη μας βρίσκεται στη διαδικασία μηχανογράφησης όλων των αρχείων της

computerizar 1. ρμ, επεξεργάζομαι μέσω κομπιούτερ δεδομένα, μηχανογραφώ, ψηφιοποιώ

computerización 1. θ, ψηφιοποίηση, μηχανογράφηση

computarización, computadorización 1. θ, ψηφιοποίηση, μηχανογράφηση

suputar 1. ρμ, πρχ αντί κομ-πουταρ> σου-ποταρ= υπολογίζω

suputación 1. θ, υπολογισμός

amputar 1. ρμ, ιατ, πρχ αμφι-κτυ-πώ ή αμφι-τηρώ > χωρίζω σε 2 μέρη,

πρχ μπάιτ> χωρίζω σε 2 μέρη, πρχ μπατάρω> κτυπώ= ακρωτηριάζω,

a causa de la gangrena le amputaron la pierna,

λόγω της γάγγραινας του ακρωτηρίασαν το πόδι

2. μτφ, κόβω μέρος από σύνολο, amputaron las frases más duras del artículo,

έκοψαν τις φράσεις πιο σκληρές του άρθρου

amputación 1. θ, ακρωτηριασμός

amputado, da 1. ε, ακρωτηριασμένος, -η, -ο

imputar πρχ επι-πατώ σε κάποιον κάτι= επι-> κατα-λογίζω, πρχ ιμ-πουταρ> επι-ρρί-πτω

1. ρμ, καταλογίζω, le imputaron el robo, του καταλόγισαν την κλοπή

2. αποδίδω ευθύνη για κάτι αρνητικό σε κάποιον, επιρρίπτω,

imputó el fracaso del negocio a la falta de interés de los inversores,

απόδωσε την αποτυχία της επιχείρησης στην έλλειψη ενδιαφέροντος των επενδυτών

3. εμπ, καταλογίζω ένα ποσό χρηματικό για ένα σκοπό, δικαιολογώ,

¿qué cantidades podemos imputar como gastos en la declaración?

ποια ποσά μπορούμε να δικαιολογήσουμε ως έξοδα στη φορολογική δήλωση;

imputación 1. θ, απόδοση, επίρριψη ευθύνης για κάτι αρνητικό, αιτίαση, καταλογισμός

2. νομ, κατηγορία, La imputación por fraude fue retirada cuando se demostró su inocencia,

Η απόδοση για απάτη αποσύρθηκε όταν αποδείχθηκε η αθωότητά του

imputabilidad 1. θ, ιδιότητα του καταλογιστέου

imputable 1. ε, καταλογιστέος, -α, -o, un fallo imputable a su debilidad,

ένα σφάλμα καταλογιστέο, που οφείλεται στην αδυναμία του

reputar πρχ κομ-πιουτερ> ρε-πουταρ> υπο-λογίζω> περι-λογίζω κάποιον, κάτι

ή πρχ περι-πατώ > μετράω τι έχει κάποιος, κάτι= θεωρώ

1. ρμ, πως λογίζω > θεωρώ κάτι, κάποιον ως, με πρθ de ή como, θεωρώ ώς, σαν,

Siempre lo han reputado como una persona honesta,

Πάντα τον θεωρούσαν ειλικρινή άνθρωπο,

Lo reputan como un experto en su campo, Τον θεωρούν σαν ειδικό στον τομέα του

αξιολογώ, sus compañeros le reputan de excelente,

οι συνάδελφοι του των αξιολογούν ως εξαιρετικό,

no lo reputo de cuadro con valor pictórico, δεν το θεωρώ ως κάδρο με αξία ζωγραφική

reputación πρχ περι-λογισμός για κάποιον, κάτι, γνώμη

1. θ, φήμη, υπόληψη, Juan tiene una excelente reputación en su barrio por su amabilidad,

Ο Χουάν έχει εξαιρετική φήμη στη γειτονιά του για την ευγένειά του

Su reputación como abogado es impecable, Η υπόληψη του ως δικηγόρος είναι άψογη

2. όνομα καλό σε επάγγελμα, la ha operado un cirujano de gran reputación,

τον έχει εγχειρήσει ένας χειρούργος με μεγάλο όνομα

3. εκφ, de buena reputación, un cirujano de muy buena reputación,

ένας χειρούργος με πολύ καλό όνομα

de mala reputación, un barrio de mala reputación, μια κακόφημη συνοικία

manchar la reputación de alguien, σπιλώνω την υπόληψη κάποιου

tener buena, mala reputación, έχω καλή, κακή φήμη

tener reputación de, έχω την φήμη τού

reputado, da πρχ περι-πατητός σε επάγγελμα ή περι-λογισμένος σαν καλός

1. ε, ονομαστός, -ή, -ó σε επάγγελμα, διάσημος, -η, -ο, εγνωσμένης αξίας,

reputado psicólogo, ονομαστός ψυχολόγος

diputado, da πρχ αντι-πατώ> πατώ ή πάω αντί άλλου, εκπρόσωπος,

πρχ αντι-λογίζω> βούλομαι για κάποιον

1. α θ, πολ, βουλευτής, βουλευτίνα, es una diputada del partido socialista,

είναι βουλευτής του σοσιαλιστικού κόμματος

2. εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος, πρεσβευτής για κάποιους που τον επέλεξαν

3. σνθ, diputado, da provincial, εκλεγμένος αντιπρόσωπος περιφέρειας στην Ισπανία

diputar 1. ρμ, πολ, πρχ εκλέγω κάποιον να αντι-πατήσει ή αντι-λογίσει για εμένα,

Los ciudadanos del distrito diputaron a Juan como su representante en el parlamento,

Οι πολίτες της περιφέρειας εξέλεξαν τον Χουάν ως αντιπρόσωπό τους στο κοινοβούλιο

2. μτφ, ορίζω, εξουσιοδοτώ εκπρόσωπο κάποιον για κάτι αντί εμού,

lo diputaron para hablar en nombre de la clase,

τον όρισαν να μιλήσει εξ ονόματος της τάξης

3. μτφ, αναθέτω, El comité decidió diputar a María para liderar la campaña de marketing,

Η επιτροπή αποφάσισε να ορίσει τη Μαρία για να ηγηθεί της εκστρατείας μάρκετινγκ

4. μτφ, πως λογίζω κάποιον= θεωρώ, está diputado como el mejor jugador de baloncesto,

είναι θεωρημένος ως ο καλύτερος παίκτης μπάσκετ

ή αξιολογώ, κρίνω, le diputaron no apto, τον αξιολόγησαν όχι ικανό

diputación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του diputar

2. σύνολο βουλευτών, αντιπροσώπων

3. εξάσκηση βουλευτικού αξιώματος

4. θητεία βουλευτή

5. αντιπροσωπεία, αποστολή

6. σνθ, Diputación provincial, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Νομαρχία

disputa πρχ αντι-πατώ με κάποιον σε κάτι ή αντι-λογία, πρχ δια-σπαση γνώμης

1. θ, συζήτηση έντονη, δια-μάχη, διένεξη, φιλονικία, έριδα,

las disputas en su matrimonio son diarias, οι διενέξεις στον γάμο του είναι καθημερινές

La disputa entre los vecinos se intensificó cuando discutieron sobre la cerca,

Η διαμάχη μεταξύ των γειτόνων εντάθηκε όταν διαφώνησαν για τον φράχτη

2. σωματική διαμάχη, τσακωμός, καβγάς

3. ανταγωνισμός για κάτι, hubo una gran disputa por esa plaza de profesor,

υπήρξε ένας μεγάλος ανταγωνισμός για αυτή την θέση καθηγητή

4. εκφ, sin disputa, αναμφίβολα

disputar πρχ αντι-πατώ με κάποιον σε κάτι ή αντι-λογώ έντονα

1. ρμ, ρα, ερίζω, φιλονικώ, συζητώ έντονα, αντιλογώ έντονα ή με θυμό,

siempre que se encuentran, disputan durante varias horas,

πάντα όταν συναντούνται, αντιλογούν για αρκετές ώρες

2. ρμ, αντι-μάχομαι για κάτι, μάχομαι για, διεκδικώ κάτι, αγωνίζομαι για,

Los dos partidos políticos se disputan el control del parlamento,

Τα δύο πολιτικά κόμματα διεκδικούν τον έλεγχο του κοινοβουλίου

3. ρα, συζητώ, αντιλέγω, Los científicos disputan sobre la validez de la nueva teoría,

Οι επιστήμονες συζητούν για την εγκυρότητα της νέας θεωρίας

4. έρχομαι σε διένεξη, διαμάχη, los hermanos disputan por la herencia,

τα αδέλφια έχουν διαμάχη για την κληρονομιά

5. ραντ, διεκδικώ, μάχομαι, αντι-μάχομαι για, ανταγωνίζομαι για κάτι, παλεύω για κάτι,

se disputan el liderazgo del partido en las primarias,

αντιμάχονται για την αρχηγία του κόμματος στις προκριματικές εκλογές,

se disputan el ascenso en la empresa, διεκδικούν την προαγωγή στην εταιρία

6. διαγωνίζεται, λαμβάνει χώρα, διεξάγεται, πραγματοποιείται,

Mañana se disputará la final del torneo de tenis,

Αύριο θα διεξαχθεί ο τελικός του τουρνουά τένις

indisputable 1. ε, που δεν αντι-πατείται= αναμφίβολος, -η, -ο, αδιαμφισβήτητος, -η, -o, αναντίρρητος, -η, -ο, αδιάσειστος, -η, -o, αδιάψευστος, -η, -ο,

La evidencia presentada en el juicio es indisputable,

Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη είναι αδιάσειστα

retar πρχ ρεταρ> ρί(π)τω το γάντι σε κάποιον= προκαλώ, πρχ ρίπτω στα μούτρα κατσάδα

πρχ reputar> ρε-πουταρ> περι-πατώ προς κάποιον> προκαλώ

1. ρμ, προκαλώ, me retó a una carrera y acepté,

με προκάλεσε σε αγώνα τρεξίματος και δέχτηκα

Los estudiantes querían retar a su profesor con una pregunta difícil,

Οι μαθητές ήθελαν να προκαλέσουν τον καθηγητή τους με μια δύσκολη ερώτηση

2. μτφ, επιπλήττω, κατσαδιάζω, el jefe me retó por haber llegado tarde,

ο διευθυντής με κατσάδιασε επειδή έφτασα αργά

reto 1. α, πρχ σαν γάντι που ρίπτω= πρόκληση από κάποιον ή πράγμα δύσκολο,

aceptó el reto y peleó contra él, δέχτηκε την πρόκληση και πάλεψε ενάντια σε αυτόν

dejar de fumar fue todo un reto, να σταματήσει το κάπνισμα υπήρξε μια πρόκληση

2. απειλή, tus retos no me dan miedo, οι απειλές σου δεν με φοβίζουν

3. λόγια που ρίπτω σε κάποιον= επίπληξη, κατσάδα

4. σνθ, reto en duelo, πρόκληση σε μονομαχία

5. εκφ, aceptar el reto, δέχομαι την πρόκληση

echar retos, εξαπολύω απειλές

retador, ra 1. ε, προκλητικός, -ή, -ó

apodar πρχ αποδαρ> αποδί-δω> δίνω παρατσούκλι, πρχ σαν να πατώ σε κάποιον όνομα,

πρχ επωδός> ωδή επί κάποιου> παρ-όνομα που δίνω, σαν να επ-ωδίζω,

πρχ Ψ> πσ-ευδώ-λογώ> δίνω πσευδώ-νυμο, πρχ αποδο> παρ-αποδο> σα πόδι εξτρά το παρατσούκλι

1. ρμ, επονομάζω, προσονομάζω, αποδίδω παρατσούκλι,

Él era tan veloz que sus compañeros de equipo lo apodaron “Ferrari”,

Ήταν τόσο γρήγορος που οι συμπαίκτες του τού έδωσαν το παρατσούκλι “Φεράρι”

2. ραντ, επονομάζομαι, έχω το παρατσούκλι, se apoda “el enano” porque es muy bajito,

επονομάζεται ο νάνος διότι είναι πολύ κοντός

apodo 1. α, παρωνύμιο, προσωνύμιο, παρατσούκλι, ψευδώνυμο,

Sus postres le han valido el apodo de la princesa de los pasteles,

Τα επιδόρπια της της έχουν δώσει το προσωνύμιο η πριγκίπισσα της ζαχαροπλαστικής

2. εκφ, sacar un apodo a alguien, βγάζω παρατσούκλι σε κάποιον

podar πρχ ποδαρ> πατώ μια σε κάτι> χτυπώ, πρχ σ-πάδω> σ-πάω κλαδί

1. ρμ, αγρ, κλαδεύω, βλαστολογώ, ξακρίζω, en otoño podará los rosales,

μεσ’ το φθινόπωρο θα κλαδέψει τα τριαντάφυλλα

2. μτφ, κλαδεύω, κόβω από σύνολο, el consejo podó algunas oficinas de la red,

το συμβούλιο έκοψε κάποια γραφεία από το δίκτυο

poda 1. θ, αγρ, κλάδεμα, κλάδευση, κλαδονομή, αποκλάδωση

podadera 1. θ, κλαδευτήρι, κλαδευτικό μαχαίρι, δρέπανο

podador, ra 1. ε, κλαδευτικός, -ή, -ό

2. α θ, κλαδευτής, κλαδεύτρια

podazón 1. θ, αγρ, εποχή κλαδέματος των δέντρων

podadora 1. θ, κλαδευτική ψαλίδα

podón 1. α, αγρ, κλαδευτήρι, δρεπάνι

repodar 1. ρμ, ξανα-κλαδεύω

chapodar 1. ρμ, αγρ, πρχ τσα-πατώ= κλαδεύω

chapodo 1. α, αγρ, κλάδεμα

pavor 1. α, πρχ παβορ> φ-οβέρ-α= μεγάλος φόβος για κάτι, τρόμος,

El pavor que siento cuando tengo que hablar en público es inmenso,

Ο φόβος που νιώθω όταν πρέπει να μιλήσω δημόσια είναι τεράστιος

2. εκφ, tener pavor, έχω φόβο, φοβάμαι κάτι, Les tengo pavor a los murciélagos,

Φοβάμαι τις νυχτερίδες

pávido, da 1. ε, λγτ, σκιαγμένος, -η, -ο, φοβισμένος, -η, -ο, τρομοκρατημένος, -η, -ο, τρομαγμένος, -η, -ο, se quedó pávido al oír el ruido en el bosque,

έμεινε σκιαγμένος με το που άκουσε το θόρυβο μεσ’ το δάσος

pavorido, da 1. ε, πρχ φοβεριασμένος απο κάτι= τρομοκρατημένος, -η, -ο,

εκφοβισμένος, -η, -ο, Lucas se marchó del parque pavorido cuando vió el serpiente,

Ο Λούκας έφυγε από το πάρκο τρομοκρατημένος όταν είδε το φίδι

pavoroso, sa 1. ε, που προκαλεί φόβο> φοβερός, -ή, -ó, τρομακτικός, -ή, -ό,

un incendio pavoroso, μια φοβερή πυρκαγιά

pavorosamente 1. επρ, με τρόπο που προκαλεί φόβο= τρομακτικά, φοβερά,

La mansión abandonada estaba pavorosamente silenciosa,

Το εγκαταλελειμμένο αρχοντικό ήταν φοβερά σιωπηλό,

La noticia se esparció pavorosamente rápido por todo el pueblo,

Η είδηση διαδόθηκε τρομακτικά γρήγορα σε όλο το χωριό

despavorir 1. ρα, ραντ, πρχ δια-φοβούμαι= τρομάζω, τρομοκρατούμαι από κάτι,

se despavoría sólo de pensar que podía quedarse sin trabajo,

τρομοκρατούταν μόνο με το να σκεφτεί πως μπορούσε να μείνει χωρίς δουλειά

despavorido, da 1. ε, πρχ δι-φοβισμένος= τρομαγμένος, -η, -ο, έντρομος, -η, -ο,

las aves huyeron despavoridas al oír el disparo,

τα πουλιά έφυγαν τρομαγμένα όταν άκουσαν τον πυροβολισμό

2. εκφ, salir despavorido, το βάζω στα πόδια έντρομος

despavoridamente 1. επρ, με τρόμο, με πανικό

impávido, da πρχ μη-> ανευ-φόβου, τρόμου

1. ε, άφοβος, -η, -ο, ατρόμητος, -η, -ο,

El soldado avanzó impávido hacia el enemigo, sin dudar ni un instante,

Ο στρατιώτης προχώρησε ατρόμητος προς τον εχθρό, χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή,

2. ατάραχος, -η, -o, a pesar del pánico que reinaba, ella permaneció impávida,

παρά τον πανικό που επικρατούσε, εκείνη παρέμεινε ατάραχη

3. πρχ ιμ-παβιδο> α-πάθητος= απαθής, -ές, -ή, που δεν εξωτερικεύει,

Su rostro impávido no mostraba ninguna señal de miedo ante el peligro,

Το απαθές πρόσωπό του δεν έδειχνε κανένα σημάδι φόβου μπροστά στον κίνδυνο

impavidez 1. θ, αφοβία

2. αταραξία, απάθεια

impávidamente 1. επρ, άφοβα, ατρόμητα, ατάραχα, με απάθεια

aspaventar πρχ ασ-παβεν-ταρ> εις-φοβον

1. ρμ, προκαλώ φόβο, τρόμο σε κάποιον, τρομάζω, τρομοκρατώ, σκιάζω,

con ese aspecto aspavienta a cualquiera, με αυτή την όψη τρομάζει τον καθένα

aspaviento πρχ αντίδραση σαν σε φόβο> εκδήλωση υπερβολική με λέξεις, χειρονομίες

1. α, θεατρινισμός, νούμερο, υπερβολική αντίδραση, χαλασμός χωρίς λόγο, φασαρία,

Tantos aspavientos por… un pequeño lagarto, Τόση φασαρία για μια μικρή σαύρα,

Ella siempre reacciona con muchos aspavientos cuando escucha malas noticias,

Αυτή πάντα αντιδρά με πολλούς θεατρινισμούς όταν ακούει άσχημα νέα,

se lo comió sin hacer ningún aspaviento, το έφαγε χωρίς να κάνει νούμερα

2. α πλ, νάζια, ¡deja de hacer aspavientos! άσε τα νάζια!

aspaventero, ra 1. ε, θεατρινίστικος, -η, -o, υπερβολικός, -ή, -ó,

una reacción aspaventera, μια αντίδραση υπερβολική

aspaventoso, sa 1. ε, θεατρινίστικος, -η, -o, υπερβολικός, -ή, -ó

espantar πρχ ασ-πα(βε)νταρ> εις-φοβον > εσπανταρ > φοβίζω

1. ρμ, ρα, φοβίζω, τρομάζω άτομο, ζώο, προκαλώ φόβο, esta casa espanta sólo de verla,

αυτό το σπίτι τρομάζει μόνο που την βλέπεις

las tormentas espantan, οι καταιγίδες προκαλούν φόβο

2. ρμ, μτφ, τρομάζω κάποιον, κάτι και το διώχνω από μέρος ή μτφ,

el perro espantó a las palomas con sus ladridos,

ο σκύλος έδιωξε τα περιστέρια με τα γαβγίσματα του

espantar las moscas, διώχνω τις μύγες,

su modo de hablar espanta a todas las mujeres, ο τρόπος που μιλά διώχνει όλες τις γυναίκες

μτφ, διώχνω από το νου, no conseguía espantar el fantasma de los celos,

δεν κατάφερνε να διώξει το φάντασμα της ζήλιας

3. μτφ, εσπανταρ> φαντά-ζω> προκαλώ θαυμασμό, εντυπωσιάζω,

esa hazaña nos ha espantado, αυτό το κατόρθωμα μας έχει εντυπωσιάσει

4. ραντ, φοβάμαι πολύ, τρομοκρατούμαι, τρομάζω εγώ πολύ,

se espanta con el ruido de los truenos, φοβάται με τον ήχο των κεραυνών,

no se espantó en ningún momento, δεν φοβήθηκε σε καμιά στιγμή

μτφ, me espanté al ver el precio del coche, τρόμαξα με το που είδα την τιμή του αμαξιού

5. espantarse con, τρομάζω από, με, me espanté con el temporal, τρόμαξα με την καταιγίδα

espanto 1. α, φόβος, τρόμος, le tiene espanto a las ratas, έχει πολύ φόβο στα ποντίκια,

siente espanto por las tormentas,νιώθει τρόμο από τις καταιγίδες

2. μτφ, κατάπληξη, la noticia causó espanto entre la gente,

η είδηση προκάλεσε κατάπληξη στο πλήθος

3. οικ, μτφ, άτομο ή πράγμα πολύ άσχημο, φρίκη, φρικαλεότητα,

estos zapatos son un espanto, αυτά τα παπούτσια είναι σκέτη φρίκη

¡qué espanto de vestido! τι φρίκη αυτό το φόρεμα!

4. οικ, μτφ, εντύπωση δυσάρεστη από γεγονός, φρίκη,

la catástrofe del accidente aéreo fue un espanto,

η καταστροφή του αεροπορικού δυστυχήματος ήταν μια φρίκη

5. εκφ, de espanto, μτφ, τρομερός, φοβερός, hacia un calor de espanto, έκανε φοβερή ζέστη

tengo un hambre de espanto, έχω μια τρομερή πείνα

estar curado de espantos, οικ, μτφ, είναι συνηθισμένος από φόβους> από κάτι=

δεν τρομάζω εύκολα, δεν μασάω, no se sorprende porque está curada de espantos,

δεν εκπλήσσεται γιατί είναι συνηθισμένος από τέτοια

espantajo 1. α, κυρ, μτφ, σκιάχτρο

espantapájaros 1. α, κυρ, μτφ, διώχνει-πουλιά= σκιάχτρο

espantamoscas 1. α, μυγο-σκοτώστρα

espantalobos 1. α, βοτ, κολουτέα δενδρώδης, φούσκα

espantada 1. θ, φυγή ζώων, los tiros de los cazadores provocaron la espantada de los patos,

οι βολές των κυνηγών προκάλεσαν την φυγή των παπιών

2. φυγή ξαφνική ατόμου λόγω φόβου από κάπου,

El sismo produjo una espantada en la gente de la oficina,

ο σεισμός προκάλεσε μια φυγή στα άτομα του γραφείου

3. εκφ, dar, pegar una, la espantada, το βάζω στα πόδια

ή για άλογο, λοξοδρομώ, τρέπομαι σε φυγή

espantadizo, za 1. ε, φοβητσιάρικος, -η, -ο, φοβητσιάρης, -α, -ικο

2. φοβισμένος, -η, -ο

espantado, da 1. ε, φοβισμένος, -η, -ο, τρομαγμένος, -η, -ο

espantoso, sa 1. ε, που προκαλεί φόβο, τρόμο ή φαντασία φοβερή σε κάποιον,

φοβερός, -ή, -ó, τρομερός, -ή, -ó, τρομακτικός, -ή, -ό, φρικιαστικός, -ή, -ó,

no vayas a verla, es una película espantosa, μην πάς να την δεις, είναι μια τρομακτική ταινία

en el cementerio se oían unos ruidos espantosos,

στο νεκροταφείο ακούγονταν τρομακτικοί θόρυβοι

2. σε ένταση, φοβερός, -ή, -ό, τρομερός, -ή, -ό, τρομακτικός, -ή, -ó,

en la casa hacia un calor espantoso, μέσα στο σπίτι έκανε φοβερή ζέστη,

teníamos un hambre espantosa, είχαμε μια πείνα φοβερή, πεινούσαμε τρομερά

3. μτφ, εκπληκτικός, -ή, -ό, καταπληκτικός, -ή, -ó, φοβερός, -ή, -ό,

su capacidad para mentir es espantosa, η ικανότητα του για να ψεύδεται είναι εκπληκτική

4. οικ, μτφ, απαίσιος, -α, -o, llevaba un vestido espantoso, φορούσε ένα απαίσιο φόρεμα

espantosamente 1. επρ, φοβερά, τρομερά

pavimento πρχ παβιμεντο> πά-τωμα

1. α, οδόστρωμα

2. λιθό-στρωμα, pavimento de adoquines

3. πλακό-στρωμα, pavimento de losas

4. επιφάνεια με πλακάκια, pavimento de baldosas

pavimentar πρχ πάτωμα βάζω

1. ρμ, ασφαλτο-στρώνω

2. λιθο-στρώνω

3. πλακο-στρώνω

4. τοποθετώ πλακάκια

pavimentación 1. θ, ασφαλτόστρωση

2. λιθόστρωση

3. πλακόστρωση

4. στρώσιμο με πλακάκια

pavimentado 1. α, οδόστρωμα

zampuzar 1. ρμ, πρχ ζουμπάω= βάζω, βουτάω σε υγρό,

La anciana nadaba sin zampuzar la cabeza en el agua,

Η ηλικιωμένη γυναίκα κολύμπαγε χωρίς να βάλει το κεφάλι της στο νερό

2. βουτάω κάτι σε χώρο βιαστικά, χώνω

zampuzo 1. α, ζουμπητό= βούτηγμα σε υγρό

2. χώσιμο αντικειμένου σε μέρος

zampullín 1. α, ορν, βουτηχτάρα

2. σνθ, zampullín chico, común, νανοβουτηχτάρα

zampullín cuellinegro, de cuello negro, μαυροβουτηχτάρα

zampullín cuellirojo, de cuello rojo, ωτοβουτηχτάρα

chapuzar 1. ρμ, ρα, από zampuzar= βυθίζω, εμβαπτίζω, βουτάω σε υγρό,

Aquiles fue chapuzado en el río Estigia cuando era un bebé,

Ο Αχιλλέας βουτήχτηκε στον ποταμό Στύγα όταν ήταν μωρό,

no chapuzan con violencia a los niños para que el agua no les dé miedo,

δεν βυθίζουν με βία τα παιδιά ώστε το νερό να μην τους φοβίζει

¡Mami! ¡Felipe me chapuzó cuando estábamos jugando en la piscina!

Μαμά! Ο Φελίπε μου έκανε πατητή, με βύθισε όταν παίζαμε στην πισίνα!

2. ραντ, κάνω βουτιά, se chapuzó en la piscina de su casa,

βούτηξε στην πισίνα του σπιτιού

3. ρμ, βουτάω σε υγρό κάτι απότομα, chapuzó los platos en la fregaderο,

βούτηξε τα πιάτα στον νεροχύτη

chapuzón 1. α, πρχ τσα-λα-βουτόν= βουτιά

2. εκφ, darse un chapuzón, κάνω μια βουτιά, Me voy a dar un chapuzón en el lago,

Πάω να κάνω μια βουτιά στη λίμνη

chapuz 1. α, βουτιά, al acabar el trabajo disfrutó de un chapuz en el lago,

αφού τελείωσε τη δουλειά, απόλαυσε μια βουτιά στη λίμνη

chaqué 1. α, πρχ τσακε> σακακι= φράκο

empeltre 1. α, αγρ, πρχ εμ-βολ-τηρώ= εμ-βολιασμός δι-ενοφθαλμισμού, ενοφθαλμισμός

pozo πρχ ποθο> πιθά-ρι, πίθος= πηγάδι, πρχ βό-θρος, πρχ βυθός

1. α, πηγάδι, φρέαρ, vete al pozo, πήγαινε στο πηγάδι

2. ορυ, πηγάδι, φρέαρ

3. ναυ, αμπάρι

ή δεξαμενή για απόνερα σε πλοίο

ή δεξαμενή για να διατηρούνται τα ψάρια ζωντανά σε αλιευτικό

4. το πιο (πρχ) βαθύ σημείο σε ποτάμι

5. μτφ, πράγμα ή άτομο με ελάττωμα ή προσόντα σαν πηγάδι, πηγή, πάρα πολύ,

esta casa es un pozo de porquería, αυτό το σπίτι είναι ένα μαύρο χάλι, χάλασμα

ser un pozo de ciencia, sabiduría, είναι μια πηγή επιστήμης, γνώσης, σοφίας

6. μτφ, σε χαρτιά, κάσα, μπάνκα

7. σνθ, pozo airón, πηγάδι, τρύπα στην γη πολύ βαθιά

ή μτφ, μέρος όπου κάτι χάνεται και δεν ξαναβρίσκεται, άβυσσος, βάραθρο, καταβόθρα

pozo artesiano, αρτεσιανό πηγάδι

pozo negro, βόθρος

pozo perdido, ναυ, σεντίνα

pozo petrolífero, πετρελαιο-πηγή

8. εκφ, ser un pozo sin fondo, μτφ, είναι ένα πηγάδι χωρίς φόντο> βυθό=

είμαι πηγάδι χωρίς πάτο, είμαι ο πίθος των Δαναΐδων

caer una cosa en un pozo, μτφ, να πέσει κάτι στο πηγάδι της λήθης= να ξεχαστεί

poza 1, θ, νερόλακκος

2. το πιο (πρχ) βαθύ σημείο σε ποτάμι

3. εκφ, lamer la poza, γλύφω το πηγάδι= απομυζώ, τρώω απο κάποιον χρήμα σιγά σιγά

pozal 1. α, πρχ πιθά-λι= κουβάς για το πηγάδι

2. περι-στόμιο πηγαδιού

3. γούρνα για λινό, κάνναβη

pocero πρχ πιθ-άρης, βυθ-άρης, βοθρ-άρης

1. α, φρεατωρύχος

2. κατασκευαστής πηγαδιών, πηγαδάς

3. καθαριστής φρεατίων, βοθρατζής

puzolana 1. θ, γωλ, ποζολάνη

empozar πρχ εμ-πιθάρι> εν πηγάδι βάζω κάτι, πρχ εμ-βυθίζω

1. ρμ, ρίχνω σε πηγάδι κάτι, empozó las botellas de vino para enfriarlas,

έβαλε σε πηγάδι τις φιάλες για να τις παγώσει

2. μουσκεύω, διαβρέχω λινό, κάνναβη, empozar el lino, cáñamo

3. ραντ, οικ, μτφ, εμ-βυθίζω κάτι= διακόπτω τη διαδικασία μιας υπόθεσης,

παγώνω, θάβω, tu expediente de separación se ha empozado,

ο φάκελος του χωρισμού σου έχει θαφτεί

cuentakilómetros πρχ κοντέρ> μετράει-χιλιόμετρα

1. α, αυτ, χιλιομετρητής

2. ταχύμετρο, κοντέρ ταχύτητας

cuentavueltas 1. α, αυτ, πρχ μετράει βόλτες= στροφό-μετρο, μετρητής στροφών

cuentarrevoluciones 1. α, αυτ, στροφό-μετρο

cuentacorrentista 1. α θ, δικαιούχος λογαριασμού

cuentagotas 1. α, σταγονό-μετρο

2. εκφ, a, con cuentagotas, με το σταγονόμετρο,

el portavoz del gobierno informa a la prensa con cuentagotas,

ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης πληροφορεί τον τύπο με το σταγονόμετρο,

ή με τσιγκουνιά, le daba el dinero con cuentagotas para que no gastara tanto,

του έδινα χρήματα με το σταγονόμετρο για να μην εξόδευε τόσο

cuentahilos 1. α, τυπ, λούπα, μικροσκόπιο που χρησιμοποιείται από τον τυπογράφο

ή βιβλιοδέτη για τη μέτρηση των ινών του λινού νήματος βιβλιοδεσίας

contable πρχ κοντερ> μετρήσιμο

1. ε, μετρήσιμος, η, -ο, υπολογίσιμος, -η, -o, materia contable, υλικό μετρήσιμο,

cantidad contable, υπολογίσιμη ποσότητα

2. εμπ, λογιστικός, -ή, -ó, análisis contable, λογιστική ανάλυση,

auditoria contable, λογιστικός έλεγχος

3. μτφ, αφηγήσιμος, -η, -o, una historia contable, μία αφηγήσιμη ιστορία

4. α θ, λογιστής, λογίστρια

incontable 1. ε, αμέτρητος, -η, -o, μη υπολογίσιμος, -η, -ο, αναρίθμητος, -η, -o,

es incontable el número de coches que salen de la ciudad cada fin de semana,

είναι αμέτρητος ο αριθμός των αμαξιών που βγαίνουν από την πόλη κάθε ΣΚ

2. γρμ, μη μετρήσιμος, -η, -ο, που απαντάται μόνο στον ενικό

3. μτφ, για γεγονός, απερίγραπτος, -η, -o, μη αφηγήσιμος, -η, -ο λόγω σοβαρότητας

extracontable 1. ε, εμπ, εξω-λογιστικός, -ή, -ό

contabilidad 1. θ, λογιστική, τήρηση βιβλίων, λογιστικά

2. σνθ, contabilidad por partida simple, doble, απλογραφική, διπλογραφική λογιστική, απλογραφικό, διπλογραφικό λογιστικό σύστημα

doble contabilidad, τήρηση διπλών βιβλίων

3. εκφ, llevar la contabilidad, κρατάω τα λογιστικά βιβλία

contabilizar 1. ρμ, εμπ, καταχωρώ σε βιβλίο, κάνω λογιστικές εγγραφές, καταχωρήσεις

2. υπολογίζω, μετρώ, λογαριάζω, contabilizaron en cientos los fallecidos por la malaria,

υπολόγισαν σε εκατοντάδες τους νεκρούς λόγω της μαλάριας

contabilización 1. θ, υπολογισμός, μέτρηση

2. εμπ, λογιστική καταχώρηση, καταγραφή, διαχείριση

contaduría 1. θ, λογιστικό γραφείο

2. λογιστήριο

3. λογιστική

4. μτφ, γραφείο κράτησης θέσεων, εισιτηρίων για θέαμα

5. σνθ, contaduría del ejército, επιμελητεία

cuento πρχ κοντερ> μτφ, αυτό που αφηγούμαι σε κάποιον, σαν μέτρημα γεγονότων

1. α, λγτ, διήγημα, αφήγηση, παραμύθι, μύθος, le explicó el cuento de Caperucita,

του εξηγώ το διήγημα της Κοκκινοσκουφίτσας

2. οικ, μτφ, ψέμα, παραμύθι, no está enfermo, es cuento, δεν είναι άρρωστος, είναι ψέμα

3. οικ, μτφ, κουτσομπολιό, κακολογία για κάποιον με στόχο να τον αμαυρώσω,

no voy a escuchar sus cuentos sobre mis amigos,

δεν θα ακούσω τα κουτσομπολιά του για τους φίλους μου

4. αφήγηση γεγονότος, ιστορίας

5. μέτρηση, υπολογισμός, El cuento de los años, ο υπολογισμός των χρόνων

6. μτφ, θέμα με κάποιον, δυσαρέσκεια, Ana tiene cuentos con María,

η Άννα έχει θέματα με την Μαρία

7. σνθ, cuento chino, tártaro, οικ, ,τφ, κινέζικο παραμύθι= παραμύθια της Χαλιμάς

cuento de hadas, παραμύθι με νεράιδες

cuento de viejas, παραμύθια της γιαγιάς

cuento de cuentos, ιστορία πολύ περίπλοκη, πιάστο αυγό και κούρευτο

8. εκφ, contar cuentos, οικ, λέω ιστορίες

contar un cuento, διηγούμαι λέω μια ιστορία, ένα παραμύθι

aplicarse el cuento, οικ, παίρνω παράδειγμα

dejarse de cuentos, οικ, αφήνω τις περιστροφές

es el cuento de la lechera, οικ, μτφ, είναι το μέτρημα του γαλατά> σχέδια για πολλά κέρδη, είναι ευσεβής πόθος, κάνει όνειρα

eso es el cuento de la buena pipa, οικ, μτφ, είναι μια ιστορία χωρίς τέλος

no venir a cuento, δεν βαίνει με το θέμα= δεν κολλάει, είναι άσχετο με το θέμα,

esto no viene a cuento, αυτό είναι άσχετο

sin venir a cuento, χωρίς λόγο, de pronto, sin venir a cuento, se echo a reír,

ξαφνικά, χωρίς λόγο, άρχισε να γελάει

venga o no venga a cuento, ó,τι σου έρθει, στα κουτουρού

ή, δικαίως ή αδίκως

venir a cuento, έχει σχέση, είναι σχετικό με το θέμα,

esto no viene a cuento con lo que estábamos diciendo,

αυτό δεν έχει καμία σχέση με αυτά που λέγαμε

venir con cuentos, οικ, μτφ, βαίνω με κουτσομπολιά= λέω κακοπροαίρετα κάτι

ser el cuento de nunca acabar, οικ, μτφ, είναι το παραμύθι που δεν τελειώνει ποτέ =

υπόθεση ή επιχείρημα χωρίς τελειωμό, είναι μια ατέλειωτη ιστορία, το γιοφύρι της Άρτας,

esta obra parece el cuento de nunca acabar, αυτό το έργο είναι το γιοφύρι της Άρτας

tener (mucho) cuento, έχω πολύ παραμύθι, είμαι ψεύτης, παραμυθάς

traer a cuento, φέρνω στη συζήτηση

tragarse el cuento, οικ, μτφ, τρώγω, χάφτω το παραμύθι

ir con el cuento a alguien, οικ, πάω με κουτσομπολιά σε κάποιον=

λέω κακοπροαίρετα κάτι σε κάποιον

¡váyase con el cuento a otra parte! αυτά να τα πείτε αλλού!

vivir del cuento, οικ, μτφ, ζει με τα παραμύθια= είναι αργόσχολος

cuento largo, ιστορία λάρτζ> μεγάλη ιστορία, cómo lo logró, es cuento largo,

πώς το κατάφερε, είναι μεγάλη ιστορία

a cuento de, σχετικά με

¿a cuento de qué? σχετικά με τι;

¿a cuento de qué me explicas toda esta historia?

σχετικά με τι μου εξηγείς όλη αυτή την ιστορία;

cuentacuentos 1. α θ, αφηγητής, αφηγήτρια παραμυθιών

cuenta πρχ κοντέρ> μέτρημα, υπολογισμός

1. μαθ, υπολογισμός, μέτρηση, πράξη αριθμητική πρόσθεσης, αφαίρεσης, διαίρεσης, πολλαπλασιασμού, en el colegio le mandaron hacer muchas cuentas como castigo,

στο σχολείο τον έδωσαν εντολή να κάνει πολλές πράξεις σαν τιμωρία

2. μέτρηση σε κάτι, υπολογισμός, la cuenta de los libros, η μέτρηση των βιβλίων

3. οκν, λογαριασμός, καταχωρήσεις λογιστικές, σε λογαριασμό,

tengo que revisar las cuentas para saber qué nos deben,

πρέπει να ελέγξω τους λογαριασμούς για να μάθω τι μας χρωστάνε

4. οκν, λογαριασμός κατάθεσης χρημάτων, ha abierto una cuenta en una caja de ahorros,

έχει ανοίξει ένα λογαριασμό σε μια τράπεζα

5. λογαριασμός παροχής σε κάτι, cuenta de la luz, λογαριασμός ρεύματος,

la cuenta del gas, ο λογαριασμός του φυσικού αερίου

6. λογαριασμός σε ψώνια, απόδειξης, la cuenta del supermercado,

o λογαριασμός του σουπερμάρκετ

ή σε ρεστοράν, λογαριασμός, ¡la cuenta, por favor! τον λογαριασμό, παρακαλώ!

pidió la cuenta a la camarera, ζήτησε τον λογαριασμό στην σερβιτόρα

ή λογαριασμός πελάτη, póngalo en mi cuenta, βάλτε το στο λογαριασμό μου

7. πλφ, λογαριασμός

8. μτφ, πρχ κουεντα> χάντρα, μπαλίτσες σε κολιέ, κομπολόι, σαν να μετριούνται,

le regaló un collar de cuentas de coral, του έκανε δώρο ένα κολιέ με χάντρες από κοράλι

9. μτφ, λογαριασμό, no me des cuentas de tus actos, allá tú con tu conciencia,

μην μου δώσεις λογαριασμό για τις πράξεις σου, ας πρόσεχες

10. σνθ, cuenta acreedora, deudora banca, πιστωτικός, χρεωστικός λογαριασμός

cuenta a la vista, λογαριασμός όψεως

cuenta a plazo fijo, προθεσμιακός λογαριασμός καταθέσεων

cuenta atrás, αντίστροφη μέτρηση

cuenta bancaria, comercial, corriente, transitoria,

τραπεζικός, εμπορικός, τρεχούμενος, μεταβατικός λογαριασμός

cuenta conjunta, indistinta, separada,

κοινός, συμμετοχικός, χωριστός, ιδιαίτερος λογαριασμός

cuenta de ahorros, de ahorro vivienda, λογαριασμός ταμιευτηρίου, στεγαστικού ταμ.

cuenta de caja, λογαριασμοί ταμείου

cuenta de crédito, πιστωτικός λογαριασμός

cuenta de depósito, λογαριασμός καταθέσεων

de efectos impagados, λογαριασμός μη καταβληθέντων

de explotación, λογαριασμός εκμετάλλευσης

de gastos, de giros, λογαριασμός εξόδων , εμβασμάτων,

de inversiones, de pérdidas y ganancias, de resultados,

λογαριασμός επενδύσεων, ζημιών και κερδών, αποτελέσματος

cuentas por cobrar, εισπρακτέοι λογαριασμοί

cuentas por pagar, πληρωτέοι λογαριασμοί

cuenta vivienda, λογαριασμός στεγαστικού ταμιευτηρίου

grandes cuentas, εμπ, βασικοί, μεγάλοι πελάτες

cuenta de acceso Internet, πλφ, λογαριασμός πρόσβασης στο Διαδίκτυο

cuenta de correo electrónicο, λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

cuenta por línea conmutada, πλφ, λογαριασμός πρόσβασης μέσω επιλεγόμενης γραμμής cuentas galanas, οικ, μτφ, υπερβολικά αισιόδοξοι υπολογισμοί

ή μακροσκελής, φουσκωμένος λογαριασμός

las cuentas del Gran Capitán, μακροσκελής, φουσκωμένος λογαριασμός

cuenta de rosario, χάντρες ροζαρίου

cuenta pendiente, απλήρωτος, ανεξόφλητος λογαριασμός

ή μτφ, εκκρεμής, ανοιχτός λογαριασμός, tengo unas cuentas pendientes con él,

έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του

11. εκφ, ¿a cuenta de qué? για ποιο λόγο;

abonar en cuenta, πληρώνω σε λογαριασμό, me han abonado el sueldo en cuenta,

μου πλήρωσαν το μισθό στο λογαριασμό μου

a cuenta, προκαταβολή, εγγύηση, pagó 1000 euros a cuenta,

πλήρωσε 1000 ευρώ προκαταβολή

adeudar en cuenta, χρεώνω σε λογαριασμό

ajustarle, arreglarle a alguien las cuentas, οικ, κανονίζω λογαριασμό με κάποιον, λογαριάζομαι με κάποιον, ya ajustaremos cuentas tú y yo,

θα λογαριαστούμε εσύ και εγώ

caer en la cuenta de que, οικ, μτφ, πέφτει σε αντίληψη κάτι =

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, παίρνω χαμπάρι κάτι, σαν να πέφτει στο λογαριασμό μου, estaba tan ensimismado que no cayó en la cuenta de que se hacía tarde,

ήταν τόσο στον εαυτό του που δεν έπεσε στην αντίληψη του πως πέρασε η ώρα

tardó en caer en la cuenta de que se trataba de una broma,

άργησε να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για αστείο

caer, dar en la cuenta, μπαίνω στο νόημα, κατανοώ,

caigo en la cuenta, εντάξει, το ’πιασα το νόημα

cargar en cuenta, χρεώνω στο λογαριασμό, cargúelo en mi cuenta, por favor,

χρεώστε το στο λογαριασμό μου, σας παρακαλώ

cargar la cuenta, καργάρω> επιβαρύνω το λογαριασμό

correr algo de la cuenta, por cuenta de alguien, κάτι τρέχω> πληρώνω εγώ τώρα,

esta ronda corre por mi cuenta, είναι η σειρά μου να πληρώσω,

ή κάτι είναι υπ’ ευθύνη μου, la organización del evento corre por vuestra cuenta,

η οργάνωση της εκδήλωσης είναι δική σας ευθύνη

correr de, por cuenta de alguien, αναλαμβάνω να κάνω κάτι, esto corre de mi cuenta,

αυτό το αναλαμβάνω εγώ

ή πληρώνω εγώ για κάτι

dar la cuenta, μτφ, δίνω τον λογαριασμό> απόλυση σε κάποιον, απολύω

dar cuenta de algo, δίνω κοντέρ> λογαριασμό τελικό σε κάτι= δίνω τέλος σε κάτι, τελειώνω, καθαρίζω, εξουδετερώνω,

el resultado de las elecciones dio cuenta de sus ambiciones presidenciales,

το αποτέλεσμα των εκλογών σήμανε το τέλος των φιλοδοξιών του για την προεδρία

dieron cuenta del rival con gran facilidad, καθάρισαν τον αντίπαλο με μεγάλη ευκολία

ή για φαγητό, καθαρίζω, καταβροχθίζω, dio cuenta de la cena en un santiamén,

καθάρισε το δείπνο στο πί και φί

darse cuenta de algo, δίνω σε μένα λογαριασμό για κάτι= αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι, me di cuenta de que algo le pasaba, κατάλαβα πως κάτι του συνέβαινε

lo hice sin darme cuenta, το έκανα χωρίς να το καταλάβω, ασυναίσθητα

darse cuenta de que, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, παρατηρώ ότι, συνειδητοποιώ,

se dio cuenta de que nadie la escuchaba, παρατήρησε ότι δεν τον άκουγε κανείς

dejar de cuenta, αφήνω στην άκρη, αγνοώ

dejar algo de la cuenta de alguien, αφήνω κάτι σε λογαριασμό κάποιου=

αφήνω κάποιον να ασχοληθεί με κάτι, déjalo de mi cuenta, άσ’ το σε μένα

domiciliar una cuenta, δίνω εντολή τράπεζα για αυτόματη χρέωση, πίστωση λογαριασμού echar cuentas, la cuenta, κάνω το λογαριασμό, υπολογίζω,

vamos a echar cuentas de cuánto te debo, έλα να υπολογίσουμε πόσα σου χρωστάω

si echamos la cuenta, αν κάνουμε το λογαριασμό

ή μετράω υπέρ και κατά σε κάτι

en resumidas cuentas, με λίγα λόγια, συνοπτικά

entrar en cuenta, λογαριάζομαι, υπολογίζομαι

entrar en las cuentas de alguien, μπαίνω στους λογαριασμούς κάποιου= συμπεριλαμβάνομαι στις προτεραιότητες, στα σχέδια κάποιου,

no entra en mis cuentas cambiarme de casa,

η αλλαγή κατοικίας δεν συμπεριλαμβάνεται στις προτεραιότητές μου

estar lejos de la cuenta, πέφτω πολύ έξω στους υπολογισμούς μου

estar fuera, salir de cuentas, μτφ, για έγκυος, έχω τελική ημερομηνία τοκετού

ή περνώ την τελική ημερομηνία τοκετού

habida cuenta de, έχοντας, λαμβάνοντας υπόψη, λογαριάζοντας,

habida cuenta de todo esto… έχοντας υπόψη όλα αυτά…

habida cuenta de que, λαμβάνοντας υπόψη ότι

hacer la cuenta de la vieja, οικ, κάνω λογαριασμό με τον παλιό= μετράω με τα δάχτυλα

hacer las cuentas de la lechera, οικ, ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τον βαφτίσαμε

hacer las cuentas del Gran Capitán, φουσκώνω το λογαριασμό

ingresar en una cuenta, καταθέτω σε ένα λογαριασμό

las cuentas claras y el chocolate espeso, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους más de la cuenta, παραπάνω από το κανονικό, από ό, τι πρέπει

menos de la cuenta, λιγότερο από το αναμενόμενο

no querer cuentas con alguien, δεν θέλω να έχω πάρε δώσε, καμία σχέση με κάποιον

pagar algo a cuenta, δίνω, πληρώνω προκαταβολή

pasar la cuenta, στέλνω το λογαριασμό

pedir la cuenta, ζητώ το λογαριασμό

pedir cuentas a alguien, ζητώ εξηγήσεις, ζητώ το λόγο

perder la cuenta de, χάνω το λογαριασμό

por cuenta de, μόνος μου, με δική μου ευθύνη, hazlo por tu cuenta, nadie te va a ayudar, κάνε το μόνος σου, κανείς δεν θα σε βοηθήσει

por cuenta y riesgo de, με ευθύνη, υπ’ ευθύνη, εν γνώσει του κινδύνου,

tomas esa decisión por tu cuenta y riesgo, την απόφαση την παίρνεις με δική σου ευθύνη

por la cuenta que me, te, le trae, όσο με, σε, τον, την αφορά,

por la cuenta que te trae vendrás a nuestra fiesta,

όσο με αφορά θα έρθεις στην γιορτή μας

rendir cuentas a alguien de algo, δίνω αναφορά, λογαριασμό για κάτι σε κάποιον

rendir cuentas de algo (ante alguien) λογοδοτώ για κάτι ενώπιον κάποιου, σε κάποιον

saber más de la cuenta, γνωρίζω, ξέρω πολλά

sacar la cuenta, κάνω το λογαριασμό, μια αριθμητική πράξη

saldar una cuenta, τακτοποιώ, διακανονίζω, κλείνω ένα λογαριασμό

salir algo a cuenta, βγαίνει κάτι εις λογαριασμό υπέρ μου, όφελος, συμφέρει,

sale a cuenta comprar las frutas en sacos de 5 kilos,

συμφέρει να αγοράζεις φρούτα σε σακιά των 5 κιλών

salir mal la cuenta, o λογαριασμός βγαίνει λάθος

no salir algo a cuenta, δεν βγάζει κάτι εις όφελος= δεν είναι κάτι συμφέρον, συμφέρει

no salir la cuenta, δεν βγαίνει ο υπολογισμός, πέφτω έξω στους υπολογισμούς μου

tener en cuenta, έχω υπόψη μου

trabajar por su cuenta, por cuenta propia, δουλεύω για λογαριασμό μου=

είμαι αυτοαπασχολούμενος, ελεύθερος επαγγελματίας

trabajar por cuenta ajena, δουλεύω για λογαριασμό ξένο= είμαι υπάλληλος άλλου

traer cuenta a, φέρνω λογαριασμό> όφελος σε= συμφέρω, είμαι επωφελής, επικερδής

retrocuenta 1. θ, αντίστροφη μέτρηση

supercuenta 1. θ, οκν, λογαριασμός υψηλής απόδοσης

contar πρχ κοντερ> μετράω, υπολογίζω και οι έννοιες τους

1. ρμ, μετρώ, υπολογίζω, ¿Puedes contar cuántos libros hay en la estantería?

Μπορείς να μετρήσεις πόσα βιβλία υπάρχουν στο ράφι;

Ella siempre se equivoca al contar el dinero,

Αυτή πάντα κάνει λάθος όταν μετρά τα χρήματα

Tengo que contar los votos antes de dar los resultados,

Πρέπει να μετρήσω τις ψήφους πριν ανακοινώσω τα αποτελέσματα

ή υπολογίζω με πρόσθεση, cuenta los gastos rápidamente, πρόσθεσε τα έξοδα γρήγορα

2. μτφ, υπολογίζω κάποιον για κάτι, λογαριάζω, περιλαμβάνω,

Siempre puedo contar contigo para ayudarme,

Μπορώ πάντα να υπολογίζω σε εσένα για βοήθεια,

¿Puedo contar con tu apoyo? Μπορώ να υπολογίζω στη στήριξή σου;

Ellos saben que pueden contar con nosotros, Ξέρουν ότι μπορούν να υπολογίζουν σε εμάς

lo cuento entre mis mejores clientes,

τον συμπεριλαμβάνω μεταξύ των καλύτερων πελατών μου

3. υπολογίζω κάτι, λαμβάνω, έχω υπόψη, cuenta que la próxima semana no voy a trabajar,

έχε υπόψη σου ότι την ερχόμενη εβδομάδα δεν θα δουλέψω,

4. αριθμώ, el pueblo contaba mil habitantes, το χωριό αριθμούσε χίλιους κατοίκους

ή για ηλικία ατόμου, γράφει το κοντέρ σε χρόνια, contaba veinte años cuando se casó,

ήταν 20 χρονών όταν παντρεύτηκε

5. μτφ, σαν να απ-αριθμώ γεγονότα με σειρά σε κάποιον= αφηγούμαι, διηγούμαι, λέω,

te contaré una historia de miedo, θα σου διηγηθώ μια ιστορία φόβου,

¿Puedes contar de nuevo esa anécdota tan graciosa?

Μπορείς να διηγηθείς ξανά εκείνο το τόσο αστείο περιστατικό;

no me cuentes el final, μην μου πεις το τέλος

si me lo cuentan, no me lo creo, και να μου το διηγηθούν, δεν το πιστεύω

6. ρα, μετρώ, υπολογίζω, Los niños están aprendiendo a contar hasta diez,

Τα παιδιά μαθαίνουν να μετρούν μέχρι το δέκα,

7. μτφ, μετράει, έχει σημασία, tu opinión no cuenta, η γνώμη σου δεν μετράει

No es la cantidad, sino la calidad lo que cuenta,

Δεν είναι η ποσότητα, αλλά η ποιότητα που μετράει

8. μτφ, λέω, cuenta, cuenta, que me interesa, για λέγε, με ενδιαφέρει το θέμα

9. μπαίνω σε κοντέρ= μετριέται κάτι σε σύνολο, υπολογίζεται, λογαριάζεται,

María no cuenta para el número de comensales porque llega después de la cena,

η Μαρία δεν υπολογίζεται για το νούμερο των συνδαιτυμόνων διότι φτάνει μετά το δείπνο

los dos primeros resultados no cuentan para el resultado final,

τα δύο πρώτα αποτελέσματα δε λογαριάζονται στο τελικό αποτέλεσμα

10. contar con, υπολογίζω με την βοήθεια κάποιου ή σε κάτι, στηρίζομαι, βασίζομαι σε,

¿Puedo contar con tu apoyo? Μπορώ να υπολογίζω στη στήριξή σου;

puedes contar con él, μπορείς να υπολογίζεις σε αυτόν

No es fácil contar con buen tiempo para la boda,

Δεν είναι εύκολο να υπολογίζεις σε καλό καιρό για τον γάμο

¡cuenta con ello! σε αυτό να βασίζεσαι!

ή λαμβάνω υπόψη κάτι, υπολογίζω, cuenta con la posibilidad de mal tiempo,

υπολόγισε, λάβε υπόψη την πιθανότητα κακοκαιρίας

11. μτφ, στο κοντέρ μου έχω= διαθέτω, έχω, είμαι εξοπλισμένος,

el piso cuenta con aire acondicionado, το διαμέρισμα διαθέτει κλιματιστικό

el edificio cuenta con dos plantas, το κτήριο έχει 2 πατώματα

12. έχω στη διάθεσή μου, διαθέτω, έχω, cuenta con dos mil euros para hacerlo,

έχει στη διάθεσή του 2.000 ευρώ για να το κάνει

13. contar por, μτφ, ισούται με, ισοδυναμεί με, κάνει για, μετράει για,

una finca mía cuenta por seis de las suyas, ένα κτήμα δικό μου μετράει για 6 δικά του,

tiene tanta energía que cuenta por tres, έχει τόσο ενέργεια που κάνει, μετράει για τρείς

14. ραντ, αφηγούμαι, διηγούμαι

15. contarse entre, υπολογίζομαι, μετριέμαι μεταξύ, συμπεριλαμβάνομαι μεταξύ,

estoy muy orgulloso de contarme entre sus amigos,

είμαι πολύ υπερήφανος που με συμπεριλαμβάνει μεταξύ των φίλων του

16. contarse por, μετριέμαι κατά, las víctimas se cuentan por centenares,

τα θύματα μετριούνται κατά εκατοντάδες

17. εκφ, ser largo de contar, είναι μεγάλη ιστορία

tener muchoque contar, έχω πολλά να πω, διηγηθώ

y para de contar, και αυτό είναι όλο

contando por hecho, θεωρώντας σαν γεγονός κάτι, σίγουρο,

contando por hecho que llegaría a tiempo, le fue a esperar a la estación,

θεωρώντας σαν γεγονός πως θα έφτανε εγκαίρως, πήγε να τον περιμένει στον σταθμό

cuéntaselo a tu abuela, να το πεις στην γιαγιά σου= αυτά αλλού, τα παραμύθια αλλού,

οικ, σαν χαιρετισμός, τί νέα, τι λέει;, ¿qué cuentas?, ¡hola, Pepe! ¿Qué cuentas?

γειά Πεπ, τι λέει;

¿qué te cuentas? τι νέα;

σαν έκπληξη, θαυμασμό για κάτι, ¿qué me cuentas?, τι μου λές;

¿qué me cuentas? No me lo puedo creer, τι λές; Δεν μπορώ να το πιστέψω

conteo 1. α, εκτίμηση, αξιολόγηση

2. μέτρηση, υπολογισμός

cuentista πρχ που σαν κοντέρ με σειρά αφηγείται γεγονότα ή που λέει cuentos

1. ε, κουτσομπόλικος, -ια, -ο, κουτσομπόλης, -α,

eres un cuentista, no me expliques su vida,

είσαι ένας κουτσομπόλης, μην μου πεις την ζωή του

2. α θ, διηγηματογράφος

3. μτφ, ψεύτης, ψεύτρα, παραμυθάς, παραμυθού

no seas cuentista, no te has hecho daño, μην γίνεσαι ψεύτης, δεν έπαθες ζημιά

cuentística 1. θ, λγτ, διήγημα

cuentístico, ca 1. ε, λγτ, διηγηματικός, -ή, -ó

cuentitis 1. θ, οικ, μτφ, πρχ κατι-τίς= αδιαθεσία σαν πρόφαση για να αποφύγω κάτι,

yo creo que este niño tiene mucha cuentitis, εγώ νομίζω πως αυτό το παιδί έχει πολύ κατιτίς = μου φαίνεται πως κάνει το άρρωστο

cuentero, ra 1. ε, α θ, cuentista

cuenda 1. θ, μτφ, κλωστή, ταινία με την οποία δένεται μια ίνα για να μην ξελυθεί

recontar 1. ρμ, ξαναμετρώ, κάνω επανακαταμέτρηση σε κάτι,

Voy a recontar el dinero porque las cuentas no me dan,

Θα ξαναμετρήσω τα χρήματα επειδή οι λογαριασμοί δεν βγαίνουν

2. ξαναλέω κάτι, Martha, ya has contado y recontado esa misma historia cientos de veces,

Μάρθα, έχεις πει και ξαναπεί την ίδια ιστορία εκατοντάδες φορές

recuento 1. α, ξαναμέτρηση, ξαναμέτρημα σε κάτι,

no me cuadran las cifras, habrá que hacer un recuento,

δεν μου βγαίνουν τα νούμερα, θα πρέπει να γίνει ξαναμέτρημα

2. αρίθμηση, καταμέτρηση σε μονάδες συνόλου, recuento de votos,

καταμέτρηση ψήφων

3. επαλήθευση λογαριασμού

4. λίστα, έγγραφο με καταγραφή αγαθών, πραγμάτων

5. σνθ, recuento de glóbulos, μέτρηση κυττάρων αίματος

recuento espermático, de espermatozoides, καταμέτρηση σπερματοζωαρίων

6. εκφ, hacer el recuento de votos, κάνω καταμέτρηση ψήφων

contador, ra 1. ε, μετρητικός, -ή, ό, υπολογιστικός, -ή, -ό, αριθμητικός, -ή, -ό,

el ábaco es un aparato contador, ο άβακας είναι ένα όργανο αριθμητικό

contador, ra 1. α θ, λογιστής, λογίστρια

2. σνθ, contador partidor, εκτελεστής διαθήκης

contador 1. α, μηχάνημα μετρητής

2. τραπέζι αργυραμοιβού

3. σνθ, contador del agua, ρολόι, μετρητής του νερού

contador de la luz, ρολόι, μετρητής του ηλεκτρικού ρεύματος

contador Geiger, φσκ, μετρητής Γκάιγκερ

contado, da 1. ε, μτφ, με λίγες εμφανίσεις στο κοντέρ= σπάνιος, -α, -o, ολιγάριθμος, -η, -o,

este fenómeno se puede apreciar en contadas ocasiones,

αυτό το φαινόμενο μπορεί να συναντηθεί σε σπάνιες περιπτώσεις

En contadas ocasiones, el cielo se ilumina con una aurora boreal en este lugar,

Σε μετρημένες περιπτώσεις, ο ουρανός φωτίζεται από ένα βόρειο σέλας σε αυτό το μέρος

2. μτφ, μετρημένος, -η, -ο ακριβώς, ίσα-ίσα, όσο χρειάζεται,

llegó con el dinero contado, ήρθε με το ακριβές ποσό

Los ingredientes de la receta son contados, no puedes agregar ni uno más,

Τα υλικά της συνταγής είναι μετρημένα, δεν μπορείς να προσθέσεις ούτε ένα επιπλέον

3. μτφ, μετρημένος, -η, -ο, tiene los días contados, οι μέρες του είναι μετρημένες

4. εκφ, al contado, τοις μετρητοίς, με μετρητά, pagar, comprar al contado,

πληρώνω, αγοράζω με μετρητά, τοις μετρητοίς, pagó el automóvil y la moto al contado,

πλήρωσε το αυτοκίνητο και την μηχανή τοις μετρητοίς

ή μετρητοίς, precio al contado, τιμή μετρητοίς

por de contado, σαν μετρημένο κάτι= μα και βέβαια, βέβαια, φυσικά,

por de contado que no perderemos la oportunidad de saludarlas,

φυσικά και δεν θα χάσουμε την ευκαιρία να τις χαιρετίσουμε

en contadas ocasiones, σε σπάνιες περιπτώσεις, σπάνια

descontar πρχ κάνω σκόντο σε κάτι, πρχ δεν βάζω στο κοντέρ κάτι

1. ρμ, κάνω έκπτωση σε κάτι, nos descontaron el 10% del vestido,

μας έκαναν σκόντο 10% στο φόρεμα

2. αφαιρώ, παρακρατώ, me lo descuentan del salario, μου το αφαιρούν από το μισθό μου,

a esa cantidad hay que descontarle el IVA, από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ο ΦΠΑ

3. μτφ, μη υπολογίζοντας κάτι, κάποιον από αυτό που λέγεται, εξαιρώ, αφαιρώ, descontando a su secretaria, todos llegan tarde,

εξαιρώντας την γραμματέα του, όλοι φτάνουν αργά

se organizó la fiesta descontando que vendrías,

οργανώθηκε η γιορτή μη υπολογίζοντας πως θα ερχόσουν

4. αθλ, μτφ, δεν βάζω στο κοντέρ του ρολογιού= κρατώ τις καθυστερήσεις,

el árbitro descontó dos minutos, o διαιτητής κράτησε δύο λεπτά καθυστέρηση

5. εμπ, προεξοφλώ

descuento 1. α, σκόντο σε τιμή, έκπτωση, le hizo un buen descuento,

του έκανε μια καλή έκπτωση

2. παρακράτηση σε ποσό

3. εμπ, προεξόφληση

4. αθλ, παράταση

5. πράξη και αποτέλεσμα του descontar

6. σνθ, descuento comercial, εμπορική έκπτωση, εξωτερική υφαίρεση

descuento duro, πολύ χαμηλή τιμή

descuento por no declaración de siniestro, έκπτωση λόγω μη ζημίας

descuento por pronto pago, έκπτωση λόγω άμεσης εξόφλησης

descuento racional, matemático, εσωτερική υφαίρεση, ταμειακή έκπτωση

7. εκφ, hacer descuento, κάνω έκπτωση

llevar, tener descuento, έχω έκπτωση

descontado ή por descontado 1. εκφ, βέβαια, βεβαίως, ασφαλώς,

-¿vendrás? -por descontado, θα έρθεις; -βέβαια

2. dar algo por descontado, θεωρώ κάτι δεδομένο, βέβαιο

doy por descontado que la invitarás a la cena,

θεωρώ ως δεδομένο πως θα την καλέσεις στο δείπνο

redescontar 1. ρμ, εμπ, ανα-προ-εξοφλώ

redescuento 1. α, εμπ, αναπροεξόφληση

Scroll to Top