COLMENA= ΠΡΧ ΚΟΙΛΩΜΑ Ή ΚΟΙΛΟ-ΜΕΝΟ> ΚΥΨΕΛΗ ΜΕΛΙΣΣΑΣ,
ΠΡΧ ΚΟΛΜΕΝΑ> (ΜΕΛΙΣΣΟ)-ΚΟΜΕΙΟΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
colmena 1. θ, κυψέλη μελισσών, Hay varias colmenas en el apiario,
Υπάρχουν αρκετές κυψέλες Στο μελισσοκομείο
2. μτφ, σπίτι, κτίριο σαν κυψέλη ατόμων, μέρος με πολλά άτομα, μυρμηγκοφωλιά
vive en una colmena construida en los sesenta, ζει σε μια κυψέλη κατασκευασμένη το 60’
colmenar 1. α, μελισσοκομείο
colmenero, ra 1. α θ, μελισσοκόμος
colmenero 1. α, ζωλ, μυρμηγκοφάγος ταμαντούα
colmenilla 1. θ, βοτ, μορχέλα