CODO

CODO= ΠΡΧ ΚΟΔ> ΚΟΤ-ΣΙ> ΑΓΚΩΝΑΣ, ΠΡΧ ΑΓ-ΚΩΝΑΣ, ΠΡΧ ΚΟΥΒΑΣ,

ΠΡΧ ΚΥΜΒΑΛΟ, ΠΡΧ ΜΑ-ΓΚΩΤΟ> ΑΓΚΩΝΑΣ, ΠΡΧ Σ-ΚΟΥΝΤΑΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

codo

1. α, αγκώνας χεριού, ρούχου, Me pegué en el codo al salir de casa,

Χτύπησα τον αγκώνα μου καθώς έφευγα από το σπίτι

Ayer me caí de la bici y me desgarré el codo del jersey,

Χθες έπεσα από το ποδήλατο μου και έσκισα τον αγκώνα της φανέλας μου

2. αγκώνας τετράποδου

3. γωνία κεκλιμένου σωλήνα, Me compré un codo de cobre para unir dos tuberías,

Αγόρασα μια χάλκινη γωνία για να ενώσω δύο σωλήνες

4. πήχης σαν μονάδα μέτρησης

5. σνθ, codo a codo, αγκώνα με αγκώνα= κάνω μαζί κάτι, ή μάχη σώμα με σώμα,

Juntos podemos hacerlo, codo a codo, μαζί μπορούμε να το κάνουμε, αγκώνα με αγκώνα

codo de tenista, επικονδυλίτιδα, αγκώνας των τενιστών

6. εκφ, a base de codos, με βάση τους αγκώνες = με πολύ κόπο, δουλειά, προσπάθεια

alzar, empinar el codo, οικ, υψώνω τον αγκώνα= πίνω πολύ, τα τσούζω

codo con codo, ενωμένοι, πλάι πλάι, lucharon codo a codo contra el enemigo,

πάλεψαν ενωμένοι εναντίον του εχθρού

comerse los codos de hambre, οικ, τρώω τους αγκώνες από πείνα= πεινάω σαν λύκος

darle a alguien con el codo, δίνω σε κάποιον αγκωνιά, χτυπώ ελαφρά με τον αγκώνα hablar por los codos, οικ, η γλώσσα μου πάει ροδάνι, σαν να μιλώ και με τους αγκώνες

hincar, romperse los codos, θίγω, σπάω τους αγκώνες= κοπιάζω πολύ, μοχθώ

codera 1. θ, φθορά στο δέρμα στον αγκώνα

2. μπάλωμα ή φθορά σε ρούχο στον αγκώνα

3. αθλ, περιαγκωνίδα, περιαγκώνιο, μαξιλαράκι αγκώνων

4. ναυ, πρυμάτσα

codaste 1. α, ναυ, πρχ κ-οδαστε> π-οδαστε= ποδόστημα, κοράκι της πρύμνης

acoderar 1. ρμ, ναυ, βρίσκω θέση πλοίου με βάση την αμφιδέτηση

acoderamiento 1. α, ναυ, αμφιδέτηση

codazo 1. α, αγκωνιά, Mi novia me dio un codazo para que me callara,

Η φίλη μου μου έδωσε μια αγκωνιά ώστε να σιωπούσα

2. εκφ, a codazos, σπρώχνοντας με αγκωνιές

darle, pegarle un codazo a alguien, δίνω αγκωνιά σε κάποιον

codal πρχ σχετικό με αγκώνα

1. ε, σαν μέτρηση, πηχυαίος, -α, -ο

2. σαν σχήμα, πηχυαίος, -α, -ο

3. α, επένδυση βραχίονα πανοπλίας

4. καταβολάδα

5. μπράτσο πριονιού, codal de sierra

6. μεγάλο κερί ίσο με πήχη, λαμπάδα

7. ατκ, μτθ, κο-δαλ> δοκός

acodalar 1. ρμ, μτθ, κο-δαλ> δοκα-λιζω= τοποθετώ δοκάρια οριζόντιας αντιστηρίξεως

acodalamiento 1. α, κατ, τοποθέτηση δοκαριών οριζόντιας αντιστηρίξεως

codear πρχ κάνω κάτι με τον αγκώνα, πρχ κοντεαρ> σ-κουντάω

1. ρμ, πρχ σ-κουντάω, σπρώχνω με αγκωνιές, se abrió paso codeando entre la multitud,

άνοιξε χώρο σκουντώντας, αγκωνιάζοντας μέσα στο πλήθος

Cuando vio a su ex, Ana me codeó y me hizo señas para que nos fuéramos,

Όταν είδε τον πρώην της, η Άννα με σκούντηξε και μου έκανε σήμα να φεύγαμε

2. κινώ τους αγκώνες

3. ραντ, codearse con, μτφ, συναναστρέφομαι, έχω πάρε δώσε, παρτίδες,

σαν να είμαι αγκώνα-αγκώνα, te codeas con los ricos, συναναστρέφεσαι με τους πλούσιους,

Mi profesor de arte me invitó a su última exhibición para que yo pudiera codearme con clientes potenciales, Ο καθηγητής μου της τέχνης με προσκάλεσε στην τελευταία του έκθεση ώστε να μπορούσα να συναναστραφώ με πιθανούς πελάτες

codeo 1. α, πρχ κοντεο> σκούντηγμα, σπρώξιμο, χτύπημα με αγκώνες

2. μτφ, συναναστροφή, πάρε δώσε με κάποιον

acodar 1. ρμ, γωνιάζω κάτι, το διπλώνω σαν να κάνω αγκώνα, λυγίζω σε γωνία,

acodó la cañería, γώνιασε, αγκώνιασε την κάνουλα

Las máquinas de la fábrica acodan los tubos en forma de L,

Τα μηχανήματα του εργοστασίου λυγίζουν τους σωλήνες σε σχήμα L.

2. αγρ, εφαρμόζω πολλαπλασιασμό με καταβολάδες, σαν αγκώνας στο έδαφος,

acodar un vástago para que eche raíces, καταβόλιασε ένα βλαστάρι για να ρίξει ρίζες

3. ραντ, στηρίζομαι στον αγκώνα, me acodé en el poyete de la ventana,

στηρίχτηκα με τους αγκώνες στο περβάζι του παραθύρου

acodo 1. αγρ, καταβολάδα

2. πολλαπλασιασμός με καταβολάδες

acodado, da 1. ε, γωνιώδης, -ης, -ες, tubo acodado, γωνιώδης σωλήνας

conector acodado, γωνιώδης σύνδεσμος

2. αγρ, αγκωνιασμένος, -η, -ο, με καταβολάδες

acodadura 1. θ, γωνιώδης καμπή σωλήνα

2. αγρ, πολλαπλασιασμός με καταβολάδες

acodamiento 1. α, γωνιώδης καμπή

2. αγρ, πολλαπλασιασμός με καταβολάδες

codearía 1. θ, βοτ, κοχλεάρια

codifiera 1. θ, κτν, όγκος στον αγκώνα του αλόγου

codillo 1. α, κότσι τετράποδου

2. κότσι για φαγητό

3. γωνία κεκλιμένου σωλήνα

4. διχάλα κλαδιού

5. αναβολέας

6. ναυ, καθένα από τα άκρα της καρίνας

7. σνθ, codillo al horno, κότσι στο φούρνο

codillo de cordero, αρνίσιο κότσι

codillo de jamón, χοιρινό κότσι

8. εκφ, tirar a alguien al codillo, τραβώ κάποιον στην γωνιά ή στο καδούλι> κάδο=

προσπαθώ να καταστρέψω κάποιον

acodillar 1. ρμ, αγκωνιάζω= λυγίζω σε σχήμα γωνίας βέργες, καρφιά

2. ρα, για τετράποδο, αγγίζω το έδαφος με λυγισμένο πόδι

coda 1. θ, μσκ, κόντα

2. ξυλ, σφήνα, σαν γωνιά

codadura 1. θ, πολλαπλασιασμός με καταβολάδες

recodar 1. ρα, περι-αγκωνιάζω> γωνιάζω, σχηματίζω στροφή, για ποτάμι, δρόμο,

El rio recoda alrededor de la montaña, Το ποτάμι στρίβει γύρω από το βουνό

2. ρα, ραντ, ξαπλώνω ή στηρίζομαι στον αγκώνα, se recodó sobre su hombro,

ξάπλωσε πάνω στον ώμο του

recodo

1. α, καμπή, στροφή ποταμιού, recodo de río

2. καμπή, στροφή δρόμου, recodo de carretera, camino

3. έσω σημείο γωνιάς

recodadero 1. α, πρχ περι-αγκωνιστ-ήριο= μπράτσο καθίσματος

acobijar 1. ρμ, αγρ, πρχ ακοβιχαρ> κυβίζω χώμα= φτιάχνω ανάχωμα

cubito πρχ κυβ-άκι

1. α, παγάκι

2. μαγ, κύβος

cubitera πρχ κυβοτ-ιερα

1. θ, παγοθήκη

2. κάδος πάγου

cúbito 1. α, ανα, ωλένη, σαν οστό αγκώνα> πήχη

cubital 1. ε, ανα, ωλενιαίος, -α, -ο

decúbito 1. α, πρχ κατα-κυβισμός= οριζόντια κατάκλιση σώματος για ζώα, άτομα

2. σνθ, decúbito lateral, πλευρική κατάκλιση

decúbito prono, πρηνής θέση

decúbito supino, ύπτια θέση

cubo πρχ κουβάς, κύβος

1. α, κουβάς, κάδος, δοχείο, El cubo está lleno de granos de café,

Ο κουβάς είναι γεμάτος κόκκους καφέ

Rubén tomó un cubo y una pala y se fue a jugar en la arena,

Ο Ρούμπεν πήρε έναν κουβά και ένα φτυάρι και πήγε να παίξει στην άμμο

2. δακτύλιος ρόδας, cubo de rueda, σαν σχήμα κουβά που περικλείει

3. ντουί λόγχης, cubo de bayoneta

4. μαγγανοπήγαδο

5. δακτύλιος ρολογιού

6. γμτ, μαθ, κύβος

7. στρ, πύργος, σαν κουβάς

8. ατκ, κύβος

9. σνθ, cubo de caldo, μαγ, κύβος ζωμού

cubo de la basura, κουβάς των μπάζων= σκουπιδοτενεκές

cuboides 1. ε, α, κυβοειδής, -ής, -ές, κυβοειδής

súcubo 1. α, πρχ υπο-κυβικός= πνεύμα, δαιμόνιο, επειδή υπο-σκύβει στον ύπνο μας,

El guerrero fue seducido en sus sueños por un súcubo,

Ο πολεμιστής αποπλανήθηκε στα όνειρα του από ένα σουκούμπους, δαιμόνιο

2. ε, σχετικός, -ή, -ó με σούκουμπους, σούκουμπους

cubismo 1. α, τεχ, κυβισμός

cubista 1. ε, α θ, τεχ, κυβιστής, κυβίστας, -ια

concubinato 1. α, μτφ, συν-καμπίνα-το = ελεύθερη συμβίωση ζευγαριού

concubino, na 1. α θ, συμβίος, -ια

cuba πρχ κουβάς

1. θ, βαρέλι, δοχείο, κουβάς

2. περιεχόμενο βαρελιού

3. βυτίο

4. δοχείο καμίνου

5. εκφ, beber como una Cuba, οικ, μτφ, πίνει σαν κουβάς, πάρα πολύ

estar borracho como una Cuba, οικ, μτφ, είναι πιωμένος σαν κουβάς> σκνίπα στο μεθύσι

Cuba 1. ονο, Κούβα

2. εκφ, ¡más se perdió en Cuba! οικ, παραπάνω χάθηκε στην Κούβα= για τα εδάφη που χαθήκαν από τους Ισπανούς, και σημαίνει > δεν είναι και το τέλος του κόσμου!,

δεν χάθηκε ο κόσμος!, υπάρχουν και χειρότερα!,

ουκ έστιν προς θάνατον!

cubalibre, Cuba libre 1. α, κούμπα λίμπρε, ρούμι ουδ με κόκα-κόλα

2. τζιν με κόκα-κόλα

cubanismo 1. α, ιδιωματισμός των Ισπανικών της Κούβας

cubanizar 1. ρμ, κουβανίζω κάτι= προσδίδω κουβανικό χαρακτήρα σε κάτι

2. ραντ, ακολουθώ τον κουβανικό τρόπο ζωής

cubano, na 1. ε, κουβανικός, -ή, -ό, κουβανέζικος, -η, -ο

2. α θ, Κουβανός, -νή, Κουβανέζα

cubata 1. α, οικ, κούμπα λίμπρε

2. τζιν με κόκα-κόλα

cubero 1. α, πρχ κουβ-άρης= βαρελάς, βαρελοποιός ή πωλητής βαρελιών

cubería 1. θ, τέχνη, επάγγελμα βαρελά

2. εργαστήριο βαρελιών

cubeta 1. θ, κουβάς, κάδος

2. λεκάνη για πάγο

3. δοχείο εργαστηρίου, cubeta de laboratorio

4. φσκ, λεκάνη, δοχείο υδραργύρου

5. φωτ, δοχείο

6. γωλ, κοίλωμα, λεκάνη

7. σνθ, cubeta de revelado, de fijador, φωτ, δοχείο εμφάνισης, σταθεροποίησης φιλμ

cubetera 1. θ, κυβοτ-ιέρα= παγο-θήκη

cubicar 1. ρμ, γμτ, πρχ κυβο-κάνω= κυβίζω, υπολογίζω όγκο

2. μαθ, υψώνω στον κύβο

cubicación 1. θ, γμτ, υπολογισμός όγκου αντικειμένου

2. μαθ, ύψωση στον κύβο

cubicaje 1. α, αυτ, κυβισμός, χωρητικότητα

cúbico, ca 1. ε, για σχήμα, κυβικός, -ή, -ó

2. γμτ, κυβικός, -ή, -o

3. μαθ, κυβικός, -ή, -ό, υψωμένος, -η, -ο στον κύβο

cubículo 1. α, πρχ κυβ-ίδιο= μικρό δωμάτιο, θαλαμίσκος

cubil 1. α, πρχ κυβούλι= φωλιά ζώων

2. μτφ, κρησφύγετο κλεφτών, cubil de ladrones

cubilar 1. ρα, πρχ κυβο-φωλίζω= βρίσκω νυχτερινό καταφύγιο, για κοπάδι

cubilete 1. α, πρχ κυβο-λάτης= ποτήρι για ζάρια, cubilete para dados

2. κύπελλο για πόση

3. στρογγυλή φόρμα για ζαχαροπλάστες, μάγειρες

4. δοχείο σαν στρογγυλή φόρμα για ταχυδακτυλουργό, cubilete de prestidigitador

cubiletear 1. ρα, πρχ κυβο-λατώ= ανακατεύω τα ζάρια στο ποτήρι

cubiletero 1. α, πρχ κυβο-λάτης= ταχυδακτυλουργός

2. μαγ, στρογγυλή φόρμα

cubilla 1. θ, εντ, κανθαρίδα μελόη

cubillo 1. α, εντ, κανθαρίδα μελόη

encubar πρχ εν-κουβά βάζω

1. ρμ, βάζω σε βαρέλι σταφύλι, οίνο

2. ορυ, στηρίζω με δοκούς το εσωτερικό σήραγγας ορυχείου

encubamiento 1. α, τοποθέτηση σε βαρέλι

incubar πρχ εν> επι-κυβίζω> κάθομαι σαν κουβάς, πρχ εν-σκύβω, πρχ δίνω κύβο> σχήμα

1. ρμ, επωάζω, εκκολάπτω αυγό, La gallina pasó varios días incubando sus huevos,

Η κότα πέρασε αρκετές μέρες επωάζοντας τα αυγά της

2. επωάζω αρρώστια, γρίπη

3. ραντ, μτφ, επωάζομαι, αρχίζω να δημιουργούμαι, για τάση, κίνημα ιδεολογικό, πολιτικό,

El movimiento de independencia se incubó en el centro del país,

Το κίνημα της ανεξαρτησίας επωάστηκε στο κέντρο της χώρας

incubación 1. θ, εκκόλαψη, επώαση αυγού

2. εκκόλαψη αρρώστιας

3. μτφ, επώαση, αρχή δημιουργίας σε κίνημα

incubador, ra 1. ε, εκκολάπτων, -ουσα, -ον, επωάζων, -ουσα, -ον

incubadora 1. θ, εκκολαπτήριο, επωαστική μηχανή

íncubo 1. ε, α, πρχ εν-σκύβω= κακός δαίμονας που ερχόταν σε επαφή με γυναίκα

copa πρχ κούπα, κύπελλο

1. θ, ποτήρι κολονάτο ή σαμπάνιας, copa de champán

2. περιεχόμενο σε ποτήρι, se bebió 2 copas de vino, ήπιε 2 ποτήρια κρασί

3. κορυφή δέντρου, copa de árbol

4. στεφάνη καπέλου, copa de sombrero

5. θήκη σουτιέν, copa de sostén

6. αθλ, με κεφαλαίο, Copa, κύπελλο

7. σνθ, copa alta, ψηλό ποτήρι

copa de helado, κύπελλο παγωτό, παγωτό σε ποτήρι

8. εκφ, apurar la copa del dolor, πίνω μέχρι τέλους το πικρό ποτήρι

como la copa de un pino, οικ, όπως η κορυφή ενός πεύκου= μεγάλος, χονδροειδής,

una mentira como la copa de un pino, ένα χονδροειδές ψέμα

invitar a alguien a una copa, κερνώ κάποιον ένα ποτό

ir, irse de copas πάω, βγαίνω για ποτό

una copa de más, ένα ποτηράκι παραπάνω

copas 1. θ πλ, κούπες σε χαρτιά

copada 1. θ, ορν, κορυδαλλός, κατσουλιέρης

copado, da 1. ε, για φυτό, σαν κούπα τα φύλλα του> κουπάτος= πυκνόφυλλος, -η, -o,

φουντωτός, -ή, -ó

coposo, sa, copudo, da 1. ε, για δέντρο, σαν κούπα το σχήμα= φουντωτός, -ή, -ó,

πυκνόφυλλος, -η, -o

copazo 1. α, οικ, πρχ κουπ-άρα= αλκοολούχο ποτό σε μεγάλο ποτήρι

copear 1. ρα, πάω για κούπες > ποτό, πίνω ένα ποτό, πηγαίνω για ποτό,

¿Qué haces? – Copeo con mis amigos. Τι κάνεις; – Πίνω ποτά με τους φίλους μου

2. πουλάω ποτά με ποτήρια

3. πρχ κουπάρω ή τα κοπανάω= μεθώ

copeo 1. α, οικ, έξοδος για ποτό

2. εκφ, ir, irse de copeo, πηγαίνω, βγαίνω για ποτό

copera πρχ κουπ-ιερα

1. θ, βιτρίνα για ποτήρια

2. δίσκος σερβιρίσματος

copero, ra 1. ε, αθλ, κυπελλούχος, -α, -ο, για τουρνουά με έπαθλο

copero 1. α, βιτρίνα για ποτήρια

2. αρχ, οινοχόος

3. σνθ, copero mayor, αρχ, κουπάρης μεγάλος= αρχι-οινοχόος

copichuela 1. θ, οικ, πρχ κουπ-ούλα= ποτηράκι

2. εκφ, tomarse una copichuela con alguien, παίρνω= πίνω ένα ποτηράκι με κάποιον

sobrecopa 1. θ, επι-κούπα= καπάκι ποτηριού

supercopa 1. θ, αθλ, Σούπερ Καπ

recopa, Recopa 1. θ, κύπελλο πρωταθλητών

acopar 1. ρμ, δίνω σχήμα κούπας στο φυτό= κλαδεύω ώστε η κορυφή να είναι κούπα > στρογγυλεμένη

2. ρα, για φυτό, κουπάρομαι= στρογγυλεύω στο σχήμα

copar πρχ καπαρ-ώνω

1. ρμ, καταλαμβάνω, κερδίζω, El equipo de gimnasia de Estados Unidos copó la mayor cantidad de medallas de oro en los Juegos Olímpicos, Η ομάδα γυμναστικής των ΗΠΑ κέρδισε τα περισσότερα χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες

2. μονοπωλώ, Los juegos coparon las noticias, Οι αγώνες μονοπώλησαν τις ειδήσεις

No puedes copar la reunión entera con tus propuestas,

Δεν μπορείς να μονοπωλήσεις ολόκληρη τη συνάντηση με τις προτάσεις σου

3. στρ, πρχ καπαρώνω τον εχθρό= αιφνιδιάζω, περικυκλώνω,

La patrulla militar copó los puestos enemigos,

Η στρατιωτική περίπολος περικύκλωσε τις εχθρικές θέσεις

4. σε τυχερά παιχνίδια, καπαρώνω όλο το στοίχημα, τα παίζω όλα

cupé 1. α, κουπέ

cupón 1. α, κουπόνι, El estado entrega a los más necesitados cupones para comida,

Το κράτος παρέχει σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη κουπόνια τροφίμων

2. λαχείο, λαχνός, Le compré dos cupones a la niñita para que entrara en el sorteo,

Αγόρασα δύο λαχνούς στο κοριτσάκι για να μπει στην κλήρωση

3. γραμμάτιο, ομόλογο

4. για διαγωνισμό, δελτίο συμμετοχής

5. οκν, de deuda pública, για δημόσιο χρέος= τοκομερίδιο

6. σνθ, cupón de cartilla de racionamiento, δελτίο συσσιτίου

cupón de los ciegos, λαχείο για τους τυφλούς (Ισπανία)

cupones de la Seguridad Social, δελτία Κοινωνικής Ασφάλισης

cuponazo 1. α, πρώτος λαχνός

copón 1. α, θρη, αρτοφόριο, πρχ σαν κούπα ανάποδη ή καμπάνα το σχήμα του

2. εκφ, del copón, οικ, χυδ, πρχ καμπαν-άτο= δίνει έμφαση> τρομερός, καταπληκτικός,

un coche del copón, ένα τρομερό αυτοκίνητο

nos lo pasamos del copón, τα περάσαμε τρομερά

hace un frío del copón, κάνει ψοφο-κρυο, τρομερό κρύο

copela 1. θ, ορυ, δοχείο κυπέλλωσης μετάλλων, χοάνη

2. σνθ, copela de ensayos, χημ, πυρίμαχη δοκιμαστική χοάνη

copelar 1. ρμ, τχν, κάνω κυπέλλωση

copelación 1. θ, τχν, κυπέλλωση

copo πρχ σα κούπα= νιφάδα, πρχ κούπα, κουβάρι και περιεχόμενο κούπας ή σαν κύβος

1. α, νιφάδα χιονιού, El paisaje se llenó de nieve rápido porque los copos eran muy gruesos,

Το τοπίο γρήγορα καλύφθηκε από χιόνι επειδή οι νιφάδες ήταν πολύ πυκνές

ή νιφάδα δημητριακών, πατάτας, copo de cereales, patatas

2. κουβάρι από υλικό υφάσματος

3. μπάλα βαμβακιού, Utilizamos copos de algodón para imitar la nieve en el decorado,

Χρησιμοποιήσαμε μπάλες βαμβακιού για να μιμηθούμε το χιόνι στη διακόσμηση

4. κουβάρι λινού

5. τουλούπα μαλλιού

6. σβώλος

7. θρόμβος

8. θύλακας διχτυού ή ψαριά με θύλακα

9. εκφ, poquito a poco hila la vieja el copo, λιγάκι λιγάκι κλωστίζει η γριά το κουβάρι=

αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι

copete πρχ κουπάτο= σαν κούπα

1. α, λοφίο πτηνού, El color del copete del pájaro destaca respecto a su plumaje,

Το χρώμα του λοφίου του πουλιού ξεχωρίζει από το φτέρωμα του

2. τούφα μαλλιού, μπούκλα ή σήκωμα μαλλιού πάνω από το μέτωπο,

El copete es característico del peinado de los adolescentes actualmente

Το σήκωμα μαλλιού είναι ένα χαρακτηριστικό των χτενισμάτων των εφήβων σήμερα

3. τσουλούφι αλόγου

4. παγωτό, σορμπέ που τρέχει έξω από το κυπελλάκι, χωνάκι

5. κορυφή βουνού

6. ζωφόρος ή στολίδι σε καρέκλες σαν λοφίο

7. μτφ, αναίδεια, αλαζονεία, τουπέ, πρχ σαν κουπάτο άτομο ή μτθ κο-πε-τε> του-πε

8. εκφ, de alto copete, οικ, με υψηλό λοφίο= για άτομο περιωπής, αριστοκρατικός,

una familia de alto copete, μια αριστοκρατική οικογένεια

estar hasta el copete, οικ, είμαι μέχρι το λοφίο= είμαι στο αμήν, όριο

tener mucho copete, οικ, έχω πολύ τουπέ, είμαι ψηλομύτης

encopetado, da 1. ε, υτμ, για μέρος, πρχ κουπάτο= υψηλής τάξης, εξέχων, -ουσα, -ον,

κυριλέ, vive en un encopetado barrio de la capital,

μένει σε μια κυριλέ συνοικία της πρωτεύουσας

2. για άτομο, κυριλέ

encopetar 1. ρμ, κάνω σήκωμα μαλλιού, Voy a encopetarme el cabello con este peine,

Θα σηκώσω τα μαλλιά μου με αυτή το χτένισμα

2. ρμ, ραντ, βάζω ή κάθομαι σε υψηλό μέρος, κορυφή κάτι, σαν την κούπα του δέντρου,

el globo se encopetó en la copa del árbol, το μπαλόνι κάθισε στην κορυφή του δέντρου

3. ραντ, υτμ, πρχ στέκω κουπάτος= είμαι με τουπέ, σνόμπ, φέρομαι υπεροπτικά,

se encopetó porque logró aprobar las oposiciones,

είχε τουπέ γιατί κατάφερε να περάσει τις εξετάσεις

copetuda 1. θ, ορν, κορυδαλλός

copetudo, da 1. ε, οικ, λοφιοφόρος, -α, -o

2. ψηλομύτης, -α, -ικο

cúpula 1. θ, ατκ, θόλος, τρούλος, σαν κύπελλο ανάποδο οβάλ ή κου-πουλα> κου-βού-κλιο

La cúpula de la Basílica de San Pedro es visible desde varias millas,

Ο τρούλος της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου είναι ορατός από αρκετά μίλια μακριά

2. μτφ, κουβούκλιο= ηγεσία, σύνολο αρχηγών, διοικούντων σε κόμμα, οργάνωση

Los miembros de la cúpula del partido dimitieron uno a uno,

Τα μέλη της ηγεσίας του κόμματος παραιτήθηκαν ένα προς ένα

3. βοτ, κύπελλο βελανιδιού, φουντουκιού, cúpula de bellota, avellana

4. ναυ, κουβούκλιο, πυργίσκος, En la cubierta del buque había una cúpula con varios cañones, Στο κατάστρωμα του πλοίου υπήρχε ένας πυργίσκος με πολλά κανόνια

semicúpula 1. θ, ατκ, ημι-κύπελλο= τεταρτοσφαίριο

cupulíferas 1. θ πλ, βοτ, κυπελλοφόρα

cupulino 1. α ατκ, θολίσκος, φεγγίτης

címbalo 1. α, πρχ κύμβαλο= καμπανάκι

címbalos 1. α πλ, μσκ, κύμβαλα

cimbalero, ra 1. α θ, κυμβαλ-αρης= κυμβαλιστής, -ια

cimbalillo 1. α, πρχ κυμβαλ-άκι= καμπανάκι

cimbalista 1. α θ, κυμβαλιστής, -ια

cimbel 1. α, κορδόνι, κορδέλα για κυνήγι

2. κράχτης, σφυρίχτρα, σαν κύμβαλο, caza con cimbel, κυνήγι με κράχτη

cimbalaria 1. θ, βοτ, κυμβαλάρια

cobija πρχ κοβιχα> κουβάς σαν κάλυμμα ή κουβέρτα

1. θ, κεραμίδι, Hay que reparar la cobija antes de que venga la tormenta,

Πρέπει να επισκευαστεί το κεραμίδι πριν έρθει η καταιγίδα.

2. κάλυμμα φτερωτό στα πτηνά

3. κουβέρτα

4. μαντιλάκι κεφαλιού γυναικείο

cobijar πρχ κοβ-ιχαρ> έχω σε κουβά, κύβο, πρχ καμπινιάζω,

πρχ ακουμπώ ή βρίσκω αποκούμπι

1. ρμ, στεγάζω, Construí un cobertizo para cobijar a los perros callejeros de mi barrio,

Έφτιαξα ένα υπόστεγο για να στεγάσω τα αδέσποτα σκυλιά στη γειτονιά μου

2. φιλοξενώ, Un anciano solidario cobijó a los viajeros y les dio comida,

Ένας γέρος αλληλέγγυος φιλοξένησε τους ταξιδιώτες και τους έδωσε φαγητό

3. μτφ, προστατεύω κάποιον, είμαι δίπλα του, καλύπτω,

El presidente cobijó al gobernador del escándalo,

Ο πρόεδρος προστάτεψε τον κυβερνήτη από το σκάνδαλο

4. ρμ, ραντ, δίνω στέγη, φιλοξενώ, παρέχω καταφύγιο, άσυλο,

Me cobijé de la lluvia debajo de un árbol gigante,

Προστατεύτηκα από την βροχή κάτω από ένα δέντρο τεράστιο

Nuestro país cobijó a muchas personas que escaparon de la Unión Soviética,

Η χώρα μας έδωσε άσυλο σε πολλά άτομα που διέφυγαν από τη Σοβιετική Ένωση

cobijo 1. α, πρχ κομπι-χο> απο-κούμπι= καταφύγιο, άσυλο σαν μέρος,

Empezó a granizar tanto que buscamos cobijo bajo un techado,

Άρχισε να ρίχνει τόσο δυνατό χαλάζι που αναζητήσαμε καταφύγιο κάτω από μια στέγη

2. προστασία, κάλυψη, παρηγοριά σε κάποιον

3. εκφ, buscar cobijo en algo, en alguien, ψάχνω, αναζητώ καταφύγιο σε κάτι, κάποιον

darle cobijo a alguien, δίνω, προσφέρω καταφύγιο, προστασία σε κάποιον

cobijera 1. θ, καμπιν-ιέρα> γυναίκα οίκου ανοχής= προξενήτρα, πατρόνα

2. καμαριέρα

cobista 1. α θ, οικ, μτφ, πρχ ανα-κυβιστής ή σ-κυβιστης> που σκύβει = κόλακας, δουλοπρεπής, γλοιώδης

obús 1. α, πρχ οβίδα, βλήμα

2. όπλο όλμος, οβιδοβόλο

3. αυτ, κλείστρο βαλβίδας στο λάστιχο

sucumbir πρχ συγ-κύπτω ή υπο-κύπτω σε κάτι ή σκύμβω> σκύπτω, πρχ υπο-κάμπτω

1. ρα, υποκύπτω, υποχωρώ, El monje aprendía a no sucumbir ante la tentación,

Ο μοναχός μάθαινε να μην υποκύπτει στον πειρασμό

2. μτφ, υποκύπτω, mucha gente sucumbió a causa de la enfermedad,

πολύς κόσμος υπέκυψε εξαιτίας της ασθένειας

3. μτφ, εξαφανίζομαι, αφανίζομαι, La monarquía sucumbió a causa de sus errores,

Η μοναρχία εξαφανίστηκε εξαιτίας των λαθών της

4. νομ, υποκύπτω= χάνω μια δίκη

5. sucumbir a, υποκύπτω σε κάτι, sucumbir a la tentación, υποκύπτω στον πειρασμό

incumbir 1. ρα, πρχ εν-κύπτει κάτι σε μένα= αφορά, εναπόκειται,

este asunto no me incumbe, αυτό το θέμα δεν με αφορά, δεν μου εν-κύπτει

incumbencia 1. θ, αυτό που μου εν-κύπτει= αρμοδιότητα

2. νομ, δικαιοδοσία

Scroll to Top