CODICIA

CODICIA= ΠΡΧ ΚΟΔΙΣΙΑ> ΚΕΡΔΟΣ> ΑΠΛΗΣΤΙΑ, ΠΡΧ ΓΑΜΠΡΟΣ,

ΠΡΧ ΒΑΠΟΡΙ> ΑΤΜΟΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΒΓΑΖΑΝ ΚΑΠΝΟ, ΠΡΧ ΓΑΛΑ ΕΒΑΠΟΡΕ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

vapor πρχ βαπόρι= πλοίο με ατμο-μηχανή> ατμός, καπνός

1. α, ατμός απο νερό, γκάζι, el vapor del agua le empañó las gafas,

ο ατμός του νερού του θόλωσε τα γυαλιά

barco de vapor, ατμόπλοιο

los vapores del vino, οι αναθυμιάσεις του κρασιού

2. ναυ, ατμό-πλοιο, βαπόρι

3. εκφ, a todo vapor, με πλήρη ατμό= ολοταχώς

al vapor, στον ατμό, verduras al vapor, λαχανικά στον ατμό

vaporeta 1. θ, συσκευή καθαρισμού με ατμό

vaporizar 1. ρα, εξατμίζω, εξαερώνω, El calor del sol vaporizó el agua de lluvia,

Η ζέστη του ήλιου εξάτμισε το νερό της βροχής

2. ψεκάζω, vaporizó un poco de perfume en el salón, ψέκασε λίγο άρωμα στο σαλόνι

3. ραντ, εξατμίζομαι,

vaporización 1. θ, ατμοποίηση, εξαερίωση, ψέκασμα

vaporizador 1. α, πρχ βαποριζατέρ, ψεκαστήρας, εξαερωτήρας

vaporoso, sa 1. ε, που βγάζει ατμούς, αναθυμιάσεις, ατμώδες, -ης, -η,

la calle se difuminaba con las vaporosas alcantarillas,

ο δρόμος αναθυμίαζε με τους ατμώδεις υπονόμους

Los cigarros electrónicos emiten una sustancia vaporosa,

Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα εκπέμπουν μια ατμώδη ουσία

2. μτφ, για υλικό λεπτό σαν ατμό, για ύφασμα, φόρεμα, αέρινος, -η, -o, αεράτος, -η, -ο, ανάλαφρος, -η, -ο, διάφανος, -η, -o, Me gustan los vestidos de verano con telas vaporosas,

Μου αρέσουν τα καλοκαιρινά φορέματα με ανάλαφρα υφάσματα

vaporosidad 1. θ, ατμότητα, ιδιότητα του ατμώδους

evaporar 1. ρμ, εξατμίζω, El calor del sol evaporó toda el agua de las plantas,

Η ζέστη του ήλιου εξάτμισε όλο το νερό από τα φυτά

2. ραντ, εξατμίζομαι για υγρό

3. οικ, μτφ, για άτομο, εξαφανίζομαι, El criminal escapó de la cárcel y después, se evaporó,

Ο εγκληματίας δραπέτευσε από τη φυλακή και μετά, εξαφανίστηκε

4. οικ, μτφ, εξανεμίζομαι για πόρους, περιουσία, προσδοκίες, σαν ατμός,

con tantas compras se me ha evaporado el sueldo,

με τόσα ψώνια, ο μισθός μου έχει εξανεμιστεί

evaporación 1. θ, φσκ, εξάτμιση υγρού

2. μτφ, εξαφάνιση ατόμου

3. εξανεμισμός, εξαφάνιση χρημάτων, evaporación del dinero

evaporable 1. ε, εξατμίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να εξατμιστεί

evaporatorio, ria 1. ε, ιατ, εξατμιστικός, -ή, -ó

evaporizar 1. ρμ, εξατμίζω

2. ρα, εξατμίζομαι

bravera 1. θ, πρχ βαπορ-ιερα> μπραβ-ιερα= ατμ-ιέρα, παραθυράκι φούρνου για τους ατμούς, άνοιγμα εξαερισμού

guapo, pa πρχ γαμπρός

1. ε, σε εμφάνιση, ωραίος, -α, -o, όμορφος, -η, -o, un hombre guapo, ένα άντρας ωραίος

una mujer guapa, μια όμορφη γυναίκα

2. σε ντύσιμο, κομψός, -ή, -ό, καλοντυμένος, -η, -o, ¿a dónde vas tan guapo?

για που πάς έτσι καλοντυμένος;

3. οικ, μτφ, για πράγμα, όμορφος, -η, -o, ωραίος, -α, -o, ¡qué peli tan guapa!

τι ωραία ταινία!

un piso muy guapo, ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα

un coche muy guapo, ένα πολύ ωραίο αμάξι

4. εκφ, ponerse guapo, φτιάχνομαι γαμπρός, στολίζομαι

tener el guapo subido, είμαι στις ομορφιές μου

guapo 1. επφ, πρχ γαμπρός= κούκλε, κούκλα, όμορφε, όμορφη,

¡hola, guapo!, ¡cuánto tiempo sin vernos! γεια σου, όμορφε! χρόνια και ζαμάνια!

2. προσφώνηση, κούκλε μου, κουκλίτσα μου, ¡ven aquí, guapo, y dame un abrazo!

έλα εδώ, κούκλε μου, δώσε μου μια αγκαλιά!

3.ειρ, ¡cállate ya, guapo! για πάψε επιτέλους, ρε μεγάλε!

guapo πρχ γαμπρός= κάνει τον ωραίο, άντρα

1. α θ, οικ, μτφ, ειρ, θαρραλέος, -έα, Se cree el guapo por haber defendido a esas viejitas,

Νομίζεται για θαρραλέος επειδή έχει υπερασπιστεί αυτές τις ηλικιωμένες κυρίες

2. μτφ, ειρ, έξυπνος, -η, ¿quién ha sido el guapo que ha aparcado el coche en doble fila?

ποιος είναι o έξυπνος που έχει διπλοπαρκάρει το αυτοκίνητό του;

3. α, μτφ, άντρας που την πέφτει σε γυναίκα, γαμπρός, καμάκι

4. εκφ, el guapo de la película, o ήρωας της ταινίας

guapote, ta 1. ε, πρχ γαμπρ-ούτσος, για άτομο, ελκυστικός, -ή, -ό, όμορφος, -η, -o

2. μτφ, καλοσυνάτος, -η, -o

guapura 1. θ, οικ, ομορφιά, σαν γαμπρού

guapeza 1. θ, οικ, ομορφιά

guaperas 1. α θ, οικ, ομορφονιός, -νιά

guapería 1. α θ, μτφ, νταηλίκι

guapetón, ona 1. ε, οικ, για άτομο, πανέμορφος, -η, -o, ¡qué guapetón! τι πανέμορφος!

2. α θ, κούκλος, -κλα, Ese amigo tuyo es muy guapetón. ¿Cómo se llama?,

Αυτός ο φίλος σου είναι πολύ κούκλος. Πώς λέγεται;

3. επφ, σε ένα παιδί, κουκλί μου, κουκλίτσα μου

cupido πρχ κουπιδο> α-γαπητό> αγάπης αγγελάκι

1. α, ερωτιδεύς, αγγελάκι του έρωτα

2. άντρας ερωτύλος

Cupido 1. ονο, Έρωτας

concupiscente 1. ε, συν-αγαπών= λάγνος, -α, -o, gesto, mirada concupiscente,

χειρονομία, βλέμμα λάγνο

concupiscencia 1. θ, πρχ συν-αγαπότητα= λαγνεία

2. επιθυμία για υλικά, απληστία

codicia πρχ κοδισια> κέρδος ή συ-διψία> δίψα για κέρδος, επιθυμία για υλικά, άυλα,

1. θ, απληστία, πλεονεξία, για πλούτη, αγαθά, su codicia no tiene límites,

η απληστία του δεν έχει όρια

2. σφοδρή επιθυμία, δίψα για εξουσία, γνώση, Su codicia de saber la llevará lejos en el mundo académico, Η δίψα της για γνώση θα την πάει μακριά στον ακαδημαϊκό κόσμο

3. πάθος για νίκη

4. ταυ, μαχητικότητα

5. εκφ, la codicia rompe el saco, πρμ, η απληστία σπάει τον σάκο=

όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα

codiciar 1. ρα, πρχ κοδισιαρ> να κερδίσω ή συ-διψώ για υλικά, άυλα πράγματα=

επιθυμώ σφοδρά, εποφθαλμιώ, ποθώ, codiciar fama y dinero, διψώ για φήμη και χρήμα

codicioso, sa 1. ε, για άτομο, άπληστος, -η, -o, πλεονέκτης, -ια

2. αχόρταγος, -η, -ο για βλέμμα, mirada,

codiciable 1. ε, επιθυμητός, -ή, -ό, ποθητός, -ή, -ό

codiciosamente 1. επρ, άπληστα, λαίμαργα, αχόρταγα

capnomancía 1. θ, καπνομαντεία

Scroll to Top