COCO

COCO= ΠΡΧ ΚΟΚΟ> ΚΟΚΟΦΟΙΝΙΚΑΣ, ΚΑΡΥΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

coco πρχ κοκο= καρύδα

1. α, κοκοφοίνικας

2. καρύδα

3. μικρόβιο κόκκος

4. ζωλ, βρούχος

5. μτφ, είδος χαντρών που φτιάχνουν το ροζάριο

6. οικ, μτφ, κεφάλι

7. οικ, μτφ, για άτομο με μυαλό ξυράφι, πανέξυπνος άνθρωπος ή μυαλό, νιονιό,

Hace falta mucho coco para estudiar ingeniería civil,

Χρειάζεται πολλή μυαλό για να σπουδάσεις πολιτικός μηχανικός

8. οικ, μτφ, πρχ σαν κούκος άσχημος= ξόανο, κουασιμόδος

9. μτφ, πρχ κοκο> κακός= μπαμπούλας

10. εκφ, comerle el coco a alguien, τρώω το κοκο= πιπιλίζω το μυαλό κάποιου,

κάνω πλύση εγκεφάλου σε κάποιον

comerse el coco, οικ, μτφ, κατατρώω, βασανίζω το μυαλό μου με κάτι

estar hasta el coco, οικ, μτφ, έγω φτάσει στο αμήν

estar mal del coco, οικ, μτφ, είμαι μελανός στο κοκο= δεν είμαι στα καλά μου

tener mucho coco, έχει πολύ κοκο= είναι πολύ έξυπνος, κεφάλι

darle al coco, οικ, μτφ, του δίνω στο κοκο> κεφάλι= σκέφτομαι έντονα κάτι

no puedo dejar de darle al coco, δεν μπορώ να σταματήσω να το σκέφτομαι

meterle algo a alguien en el coco, οικ, μτφ, βάζω ιδέες στο μυαλό κάποιου

ser más feo que un coco, οικ, μτφ, πρχ είναι πιο άσχημος κι από κούκο, τέρας ασχήμιας

cocotero 1. α, βοτ, κοκοφοίνικας

cocotal 1. α, έκταση με κοκοφοίνικες

micrococo 1. α, βιο, μικρόκοκκος

cocorota 1. θ, οικ, μτφ, κεφάλι

cogote 1. α, πρχ κοκο= σβέρκος, Tienes varias picaduras de mosquito en el cogote,

Έχεις αρκετά τσιμπήματα κουνουπιών στο σβέρκο σου

2. εκφ, estar hasta el cogote, οικ, μτφ, έχω φτάσει στα όρια μου, στο αμήν,

estoy hasta el cogote de tanta mentira, έχω φτάσει στο αμήν με τόσα ψέματα

cogotera 1. θ, καταυχένιο

cogotazo 1. α, σβερκιά

acogotar 1. ρμ, σκοτώνω άνθρωπο, ζώο με χτύπημα στο κοκο= σβέρκο

el asesino acogotaba a todas sus víctimas,

ο δολοφόνος σκότωνε στο σβέρκο όλα τα θύματα του

2. ρίχνω κάτω, νικώ κάποιον πιάνοντας τον από το σβέρκο, σβερκιάζω,

3. οικ, μτφ, εκφοβίζω κάποιον, σαν να τον πιάνω από σβέρκο

descogotar 1. ρμ, πρχ ξε-κοκκ-ίζω= κόβω τα κέρατα ζώου

2. χτυπώ θανάσιμα και σκοτώνω με χτύπημα στον αυχένα κάποιον

cancón 1. α, πρχ καν-κον> κάνει-κακό= μπαμπούλας

coquina 1. θ, ζωλ, τελίνα, φασολάκι, κίτρινο κοχύλι

coquito 1. α, οικ, μτφ, σαν να κάνω κου-κου, μορφασμός, γκριμάτσα σε παιδί για να γελάσει

2. ορν, τρυγόνι

coccidio 1. α, ζωλ, κοκκο-ειδές

coccidiosis 1. θ, κτν, κοκκιδίαση, κοκκίδωση

cochinilla 1. θ, εντ, κοκκο-ειδές έντομο

2. κοχενίλλη

descocar 1. ρμ, ξε-κοκκίζω= καθαρίζω τα δέντρα από κοκκο-ειδές έντομο, κάμπιες

descocamiento 1. α, αγρ, καθαρισμός των δέντρων από κοκκο-ειδές έντομο, κάμπιες

descocador 1. α, αγρ, ψαλίδα σε κοντάρι για τον καθαρισμό των δέντρων από τις κάμπιες

descocarse 1. ραντ, μτφ, δείχνω πολύ κοκο> κεφάλι σε κάποιον= επιδεικνύω θράσος,

απο-θρασύνομαι, ξεσαλώνω

descoco 1. α, οικ, αδιαντροπιά, θρασύτητα

descoque 1. α, οικ, μτφ, αυθάδεια, θράσος

descocado, da 1. ε, χωρίς κοκο> σεβασμό, αναιδής, -ής, -ές, αναίσχυντος, -η, -ο,

αδιάντροπος, -η, -ο, los mayores decían que era una descocada en el vestir,

οι μεγαλύτεροι έλεγαν πως ήταν μια αδιάντροπη στο ντύσιμο

descocadamente 1. επρ, αναίσχυντα, αναιδώς, αδιάντροπα

Scroll to Top