CIELO

CIELO= ΠΡΧ ΣΙΕΛΟ> ΣΙΕΛ ΧΡΩΜΑ Ή ΟΥΡΑΝΟΣ, ΠΡΧ ΚΙΕΛΟ> ΚΟΙΛΟ ΣΧΗΜΑ> ΟΥΡΑΝΟΣ,

ΡΙΖΑ ΚΙΣ-, ΚΑΙΣ-(ΑΡΙΚΗ), ΣΧΙΣ- > ΕΝΝΟΙΑ ΣΧΙΖΩ, ΠΡΧ Σ-ΚΙΕΛΟ> Σ-ΚΑΛΙΖΩ> ΣΧΙΖΩ, ΚΟΒΩ,

ΠΡΧ ΠΟΛΥ-ΣΧΙΔΗΣ> ΣΧΙΖΩ, ΣΚΙΣΙΜΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cielo πρχ σιελ> χρώμα ουρανού> ουρανός

1. α, ουρανός, El cielo está cubierto de nubes hoy,

Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με σύννεφα σήμερα

2. μτφ, παράδεισος, Cuando mueres, vas al cielo,

Όταν πεθαίνεις, πηγαίνεις στον παράδεισο

3. μτφ, λέξη στοργική, αγάπη, μωρό, ¡mi cielo! αγάπη μου!

¿Quieres un café, cielo?, Θέλεις έναν καφέ, αγάπη μου;

4. σνθ, cielo de la boca, ουρανίσκος

cielo de la cama, ουρανός κρεβατιού

cielo encapotado, συννεφιασμένος ουρανός

cielo rasο, ψευδοροφή

5. εκφ, con paciencia se gana el cielo, πρμ, με υπομονή κερδίζεται ο ουρανός=

αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι

esto va al cielo, σου το ορκίζομαι

poner al cielo por testigo, μάρτυς μου o Θεός

a cielo abierto, σε ουρανό ανοιχτό, υπαίθρια, στο ύπαιθρο

clamar al cielo, επικαλούμαι τη θεία δικαιοσύνη

como llovido del cielo, ουρανοκατέβατος ή την κατάλληλη στιγμή, ως μάννα εξ ουρανού

cielos 1. επφ, ¡cielos!, Θεέ μου

sobrecielo 1. α, πρχ υπερ-ουρανός= θόλος, ουρανός κρεβατιού, θρόνου

celaje 1. α, όψη ουρανού ή χρωματιστά σύννεφα κατά το σούρουπο,

El celaje al atardecer era de tonos rosas y naranjas,

Η όψη του ουρανού στο ηλιοβασίλεμα είχε τόνους ροζ και πορτοκαλί

2. φωταγωγός, φεγγίτης

3. οιωνός, προμήνυμα

celajes 1. α πλ, χρωματιστά σύννεφα κατά το σούρουπο

celesta 1. α, μσκ, σελέστα, μτφ, όργανο, με ουράνιο ήχο

celeste 1. ε, ουράνιος, -α, -ο, Los cuerpos celestes, τα ουράνια σώματα

2. αστρικός, -ή, -ó, un mapa celeste, ένας αστρικός χάρτης, Άτλας

3. χρώμα, γαλανός, -ή, -ό, σιελ, Compró un vestido de color celeste claro,

Αγόρασε ένα ανοιχτό γαλάζιο φόρεμα

4. μτφ, ουράνιος, -α, -ο, παραδεισένιος, -α, -ο, Esperamos la gloria celeste,

Προσδοκούμε την ουράνια δόξα

celeste 1. α, γαλάζιο, σιελ, La nueva camiseta del equipo es roja y celeste,

Η νέα φανέλα της ομάδας είναι κόκκινη και γαλάζια

celestial 1. ε, επουράνιος, -α, -ο, Se dice que los ángeles viven en el reino celestial,

Λέγεται ότι οι άγγελοι ζουν στο επουράνιο βασίλειο

2. μτφ, θεσπέσιος, -α, -o, una comida celestial, ένα φαγητό θεσπέσιο

3. μτφ, θεόπνευστος, -η, -o

4. ειρ, χαζός, -ή, -ό, ηλίθιος, -α, -ο

Celestina 1. ονο, Κελεστίνη, Θελεστίνα, Σελεστίνα

celestina 1. θ, μτφ, από το έργο Σελεστίνα= προξενήτρα

celestinaje 1. α, μτφ, προξενιό

celestinesco, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την προξενήτρα

Celestino 1. ε, α, θρη, σχετικός, -ή, -ό με τους κελεστίνους μοναχούς, κελεστινικός, -ή, -ό,

κελεστίνος μοναχός

célico, ca 1. ε, ποι, ουράνιος, -α, -o, αιθέριος, -α, -ο

celícola 1. α, κάτοικος των ουρανών

celidonia 1. θ, βοτ, χελιδόνιο το μέγα

cimiento πρχ σιμιεντο> τσιμέντο, θεμέλιο

1. α, κατ, θεμέλια κτιρίου, La casa tiene unos cimientos muy profundos y sólidos,

Το σπίτι έχει πολύ βαθιά και γερά θεμέλια

2. μτφ, θεμέλιο, βάση για κάτι, La honestidad es el cimiento de cualquier buena relación,

Η ειλικρίνεια είναι το θεμέλιο, η βάση κάθε καλής σχέσης

3. μτφ, θεμέλια, αρχή σε κάτι, υπόβαθρο, los cimientos de la teoría, τα θεμέλια της θεωρίας

Este libro sienta los cimientos para el estudio de la materia,

Αυτό το βιβλίο θέτει τα θεμέλια, υπόβαθρα για τη μελέτη του αντικειμένου

cimentar πρχ τσιμεντάρω, θεμελιώνω

1. ρμ, θεμελιώνω, ρίχνω θεμέλια για κτίριο, ya han cimentado el nuevo teatro,

ήδη έχουν ρίξει τα θεμέλια του νέου θεάτρου

2. μτφ, ιδρύω πόλη

3. μτφ, θέτω, βάζω τα θεμέλια, θεμελιώνω, για κάτι άυλο, φιλία, ιδέα, θεωρία,

durante el congreso cimentó sus teorías,

κατά την διάρκεια του συνεδρίου έθεσε τα θεμέλια των θεωριών του

4. μτφ, θέτω τις βάσεις σε κάτι, εταιρεία, οργανισμό

5. ραντ, cimentarse en, μτφ, θεμελιώνομαι, βασίζομαι σε, εδραιώνεται σε,

las relaciones se cimentan en la confianza, οι σχέσεις θεμελιώνονται στην εμπιστοσύνη,

El éxito de la empresa se cimenta en la confianza de sus empleados,

Η επιτυχία της εταιρείας εδραιώνεται, βασίζεται στην εμπιστοσύνη των υπαλλήλων της

Esta teoría se cimenta en hechos científicos probados,

Αυτή η θεωρία θεμελιώνεται σε αποδεδειγμένα επιστημονικά γεγονότα

cimentación πρχ τσιμέντωση, θεμελίωση

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του cimentar, ρίξιμο θεμελίων, θεμελίωση, τσιμεντάρισμα,

La cimentación es una de las partes más importantes de un proyecto constructivo,

Η θεμελίωση είναι ένα από τα πιο σημαντικά μέρη ενός κατασκευαστικού έργου

2. θεμέλια, la cimentación del edificio, τα θεμέλια του κτιρίου

3. μτφ, θεμελίωση, στερέωση σε κάτι, Ια cimentación de la paz,

η θεμελίωση της ειρήνης

cemento πρχ τσιμέντο

1. α, τσιμέντο, Primero, se mezcla el cemento con arena, y luego se le añade agua,

Πρώτα, αναμειγνύεται το τσιμέντο με άμμο, και μετά του προστίθεται νερό

2. κονία, οδοντοκονία

3. ανα, οστεΐνη, El cemento es la sustancia que cubre la raíz de los dientes,

Η οστεΐνη είναι η ουσία που καλύπτει τη ρίζα των δοντιών

4. σνθ, cemento armado, μπετόν αρμέ

cementar 1. ρμ, κατ, τσιμεντάρω, τσιμεντοστρώνω, No teníamos tiempo para cuidar del jardín, así que decidimos cementarlo, Δεν είχαμε χρόνο να φροντίσουμε τον κήπο, οπότε αποφασίσαμε να τον στρώσουμε με τσιμέντο

2. σκληραίνω την επιφάνεια μετάλλου

3. γεμίζω κοιλότητες των δοντιών με οδοντοκονία

cementación πρχ τσιμέντωση

1. θ, μτφ, σκλήρυνση μετάλλου

2. πλήρωση, γέμισμα οδοντικών κοιλοτήτων με οδοντοκονία

2. κατ, τσιμεντάρισμα, τσιμεντόστρωση

cementera πρχ τσιμεντ-ιέρα

1. θ, εταιρία τσιμεντοποιίας

2. τσιμεντο-βιομηχανία

kaiser 1. α, ιστ, κάιζερ

césar 1. α, κνμ, βραβείο Σεζάρ

César 1. ονο, ιστ, Καίσαρ, Καίσαρας

2. εκφ, dar a Dios lo que es de Dios y al César lo que es del César,

απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ

cesariano, na 1. ε, καισαρικός, -ή, -ó, σχετικός με τον Ιούλιο Καίσαρα

2. α θ, καισαριανός, -ή, υποστηρικτής, -ια του Ιούλιου Καίσαρα

cesarismo 1. α, πολ, καισαρισμός

cesariense 1. ε, α θ, από την Καισάρεια

cesáreo, a 1. ε, καισαρικός, -ή, -ó, σχετικός με τον Ιούλιο Καίσαρα

2. θ, ιατ, καισαρική τομή σε γέννηση

cesar 1. πρχ κεσαρ> καισαρ-ική= κόβω, παύω να κάνω κάτι, πρχ κεσαρ> σ-κισω ή κοπσω> κόψω

ρα, για κάτι που κόβεται η λειτουργία, δραστηριότητα του, παύω, σταματώ,

la lluvia no cesó hasta la noche, η βροχή δεν έκοψε, έπαυσε μέχρι την νύχτα

Su tristeza nunca cesó con el paso de los años,

Η θλίψη του ποτέ δεν έπαψε καθώς τα χρόνια περνούσαν

2. για άτομο, κόβω από εργασία, αξίωμα, θέση, δραστηριότητα, παραιτούμαι,

υποβάλλω την παραίτηση μου, cesó como director del hotel,

παραιτήθηκε ως διευθυντής ξενοδοχείου

3. ρμ, κόβω κάποιον από εργασία, καθήκοντα, απολύω, απαλλάσσω από καθήκοντα του, διώχνω, cesaron al entrenador,

έδιωξαν τον προπονητή

4. ρα, cesar de, κόβω να κάνω κάτι, σταματώ να, παύω να,

no cesa de mirarnos, δεν παύει να μας κοιτά

παραιτούμαι από, cesó de presidente, παραιτήθηκε από πρόεδρος

5. cesar en, παραιτούμαι από, cesar en el cargo, παραιτούμαι από τα καθήκοντα μου,

El gerente cesó en su cargo al enterarse de su enfermedad,

Ο διευθυντής παραιτήθηκε από τη θέση του μόλις έμαθε για την ασθένεια του

6. εκφ, sin cesar, ανευ παύσης= ασταμάτητα, συνεχώς, συνέχεια,

Llueve sin cesar desde hace varíos días,

Βρέχει ακατάπαυστα εδώ και αρκετές ημέρες

cese 1. πρχ καισα-ρική= κόψιμο, παύση από κάτι

α, παύση σε κάτι, διακοπή, anunciaron el cese definitivo de la huelga,

ανακοίνωσαν την οριστική διακοπή της απεργίας

el cese de pagos, η παύση πληρωμών

2. για καθήκον, θέση εργασίας, απόλυση, παύση από εργασία,

Si no regresa al trabajo la semana que viene, lo espera un cese inmediato,

Εάν δεν επιστρέψει στην εργασία την επόμενη εβδομάδα, τον περιμένει άμεση απόλυση

3. για δημόσιο λειτουργό, παύση, απομάκρυνση από θέση, αξίωμα

4. έγγραφο με βεβαίωση παύσης εργασίας, ya le han enviado el cese,

ήδη του έχουν στείλει την παύση εργασίας

5. σνθ, cese transitorio, προσωρινή παύση

6. εκφ, darle el cese a alguien, του δίνω την παύση σε κάποιον= απολύω κάποιον

ή για δημόσιο λειτουργό, παύω, απομακρύνω κάποιον από θέση, αξίωμα

cesación πρχ καισα-ρική= κόψιμο, παύση

1. θ, παύση, κατάπαυση, cesación de las hostilidades, κατάπαυση του πυρός,

2. απόλυση

3. πράξη του cesar

4. σνθ, cesación a divinis, θρη, ποινή απαλλαγής από τα καθήκοντά του κληρικού

cesamiento 1. α, πράξη του cesar

cesante 1. ε, απολυμένος, -η, -o, απολυθείς, -είσα, -έν από αξίωμα, καθήκον, που βρίσκεται σε διαθεσιμότητα, συνήθως για δημόσιο λειτουργό

incesable 1. ε, πρχ ανευ-παύσης= α-κατά-παυστος, -η, -ο, ατέρμονος, -η, -ο,

ασταμάτητος, -η, -ο, Nos enorgullece nuestra incesable lucha por nuestros derechos,

Μας κάνει περήφανους ο ασταμάτητος αγώνα μας για τα δικαιώματά μας

incesante 1. ε, α-κατά-παυστος, -η, -ο, ασταμάτητος, -η, -ο

incesantemente 1. επρ, ακατάπαυστα, ασταμάτητα

cesantía 1. θ, κατάσταση διαθεσιμότητας

2. αποζημίωση σε ορισμένους απολυμένους δημόσιους υπαλλήλους

cejar 1. πρχ από cesar> κεχαρ> κόβω, σταματώ σε κάτι ή υποχωρώ

ρα, για άτομο, υποχωρώ σε κάτι που κάνω, παρατώ, παραιτούμαι σε κάτι, εγκαταλείπω προσπάθεια,

no cejaron hasta conseguirlo, δεν υποχώρησαν μέχρι να το καταφέρουν,

no cejes en tu intento, μην παρατάς την προσπάθεια σου,

El equipo no cejó en su intento de ganar el partido,

Η ομάδα δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια της να κερδίσει τον αγώνα

2. για άλογα άμαξας, κινούμαι προς τα πίσω, σαν να υπο-χωρώ

zar 1. α, ιστ, τσάρος

zarina 1. θ, τσαρίνα

zarismo 1. α, τσαρισμός

zariano, na 1. ε, τσαρικός, -ή, -ó

zarista 1. ε, τσαριστής, τσαρικός, -ή, -ó

zarévich 1. α, ιστ, τσάρεβιτς

cizalla πρχ σιζαλα> σχιζαλα> σχίζω, πρχ ρίζα καισ-αρική> κόβω, σχίζω

1. θ, ψαλίδι, εργαλείο κοπής

2. ψαλίδα κοπής μετάλλου, El herrero utilizó la cizalla para cortar la plancha de acero,

Ο σιδηρουργός χρησιμοποίησε το ψαλίδι κοπής μετάλλων για να κόψει τη λαμαρίνα

3. καρμανιόλα, γκιλοτίνα

4. κομμένο κομμάτι μετάλλου

cizalladura 1. θ, μχν, διάσχιση, διάτμηση, ψαλίδισμα

cizallar 1. ρμ, πρχ σιζαγιαρ> σχίζω= ψαλιδίζω, διατέμνω

cincel πρχ κιν-σελ> σ-καν-λισω> σκαλίζω, σκίζω ή πρχ κιν-κελ> κων-ικο εργαλείο,

πρχ κιν-κελ> κάνω-κοίλο

1. α, σμίλη, καλέμι, El escultor utilizaba el cincel y el martillo para dar forma al mármol,

Ο γλύπτης χρησιμοποιούσε τη σμίλη και το σφυρί για να δώσει σχήμα στο μάρμαρο

cincelar 1. ρμ, πρχ κιν-κελ> κάνω-κοίλο= σκαλίζω πέτρα, μέταλλο, σμιλεύω, λαξεύω,

El artista tardó meses en cincelar los detalles de la estatua,

Ο καλλιτέχνης χρειάστηκε μήνες για να σμιλεύσει τις λεπτομέρειες του αγάλματος

2. μτφ, σμιλεύω, El escritor cinceló cada frase para lograr la perfección,

Ο συγγραφέας σμίλευσε κάθε φράση για να επιτύχει την τελειότητα

cincelado, da 1. ε, σμιλευμένος, -η, -o, σμιλευτός, -ή, -ó,

mármol cincelado, σμιλεμένο μάρμαρο

cincelado 1. α, σκάλισμα πέτρας, μετάλλου, σμίλευμα, λάξευση

cincelete 1. α, τχν, πρχ σκαλιστάκι= μικρή σμίλη

incisión πρχ ιν-σισιον> ιν-(σ)χισην> εν-σχιση> εγ-κοπή ή πρχ σχ-ι(ν)σιμο

1. τομή, εντομή, χαρακιά σε επιφάνεια, σώμα, la incisión en el tórax, η τομή στον θώρακα,

El cirujano hizo una incisión precisa para comenzar la operación,

Ο χειρουργός έκανε μια ακριβής τομή για να ξεκινήσει την επέμβαση

Las incisiones en la piedra indicaban un antiguo ritual,

Οι τομές, χαρακιές στην πέτρα έδειχναν ένα αρχαίο τελετουργικό

2. ποι, τομή

incidir 1. ρμ, ιν-σιδιρ> εν-σχιδη> κάνω εγκοπή, τομή, κόβω, σχίζω επιφάνεια,

El bisturí sirvió para incidir el tejido con cuidado,

Το νυστέρι χρησίμευσε για να κάνει τομή στον ιστό προσεκτικά,

había que incidir el costado derecho, έπρεπε να σχίσει την δεξιά πλευρά

2. χαράζω σε επιφάνεια γράμματα, σχέδια, incidir una placa, χαράζω μια πλάκα,

han incidido una placa para su padre, χάραξαν μια πλάκα για τον πατέρα τους

incisivo, va πρχ εν-σχιστικό> κοπτικό

1. ε, για εργαλείο, αντικείμενο, κοφτερός, -ή, -ό, αιχμηρός, -ή, -ό,

La cerradura había sido forzada con un objeto incisivo,

Η κλειδαριά είχε παραβιαστεί με ένα κοφτερό αντικείμενο

2. για δόντι, κοπτικός, -ή, -ό, κοφτερός, -ή, -ό

3. για σχόλιο, οξύς, -εία, -ύ, δηκτικός, -ή, -ό, hizo una incisiva crítica de la obra,

έκανε μια δηκτική κριτική για το έργο

4. για άτομο, δηκτικός, -ή, -ό, el jugador tiene un carácter incisivo,

ο παίκτης έχει ένα δηκτικό χαρακτήρα

5. για βλέμμα, διαπεραστικός, -ή, -ό

6. για πληγή, βαθύς, -ιά, -ή, una gran herida incisiva, ένα μεγάλο βαθύ τραύμα

incisivo 1. α, δόντι κοπτήρας, La dentadura humana consta de ocho incisivos,

Η ανθρώπινη οδοντοστοιχία αποτελείται από οκτώ κοπτήρες,

los roedores tienen muy desarrollados los incisivos,

τα τρωκτικά έχουν πολύ ανεπτυγμένους τους κοπτήρες

inciso, sa 1. ε, για στιλ, κοφτός, -ή, -ó

2. αρχ, εγχάρακτος, -η, -ο, cerámica incisa, εγχάρακτη κεραμική

inciso 1. α, παρέκβαση σε λόγο, σχόλιο, σαν τομή, Si me permiten hacer un inciso, sería recomendable examinar las posibles repercusiones de esa decisión,

Αν μου επιτρέπετε να κάνω μια παρέκβαση, θα ήταν σκόπιμο να εξετάσουμε τις πιθανές επιπτώσεις αυτής της απόφασης

2. γρμ, παρενθετική φράση ή κόμμα, El discurso estaba lleno de incisos y aclaraciones,

Η ομιλία ήταν γεμάτη παρενθετικές φράσεις και διευκρινίσεις

3. νομ, παράγραφο, El contrato tiene un inciso que especifica las penalizaciones,

Το συμβόλαιο έχει μία παράγραφο που προσδιορίζει τις ποινές

incisorio, ria 1. ε, για εργαλείο, κοφτερός, -ή, -ó, κοπτικός, -ή, -ό,

Hablamos de la acción incisoria del bisturí, Μιλάμε για την κοπτική δράση του νυστεριού

incisura 1. θ, ιατ, τομή

precisar πρχ πρε-σισαρ> να περι-σχίσω κάτι> να το περι-ορίσω με ακρίβεια κάτι

1. ρμ, προσδιορίζω κάτι, ¿puede precisarme el lugar exacto en el mapa?

μπορείτε να μου προσδιορίσετε ακριβώς την περιοχή στο χάρτη;

precisó cuáles eran sus intenciones, προσδιόρισε ποιες ήταν οι προθέσεις του,

Costa Rica y Chile precisaron las reglas sobre el tránsito de mercancías,

Η Κόστα Ρίκα και η Χιλή προσδιόρισαν τους κανόνες για τη μεταφορά εμπορευμάτων

2. παρουσιάζω με λεπτομέρεια, ακρίβεια κάτι, explica el accidente, pero no precises,

εξήγησε το ατύχημα, αλλά μην μπεις σε λεπτομέρειες

3. μτφ, περι-σχίζω κάτι= διευκρινίζω, διασαφηνίζω, αποσαφηνίζω,

la policía ha precisado que el sospechoso iba armado,

η αστυνομία διευκρίνισε ότι ο ύποπτος ήταν οπλισμένος

4. ρμ, ρα, μτφ, περι-σχίζομαι> κόπτομαι για κάτι= χρειάζομαι, έχω ανάγκη,

María precisa nuestra ayuda, Η Μαρία χρειάζεται την βοήθεια μας,

no preciso de tu dinero, δεν έχω ανάγκη από τα χρήματα σου,

preciso que me lo digas, χρειάζεται να μου το πεις,

esta casa precisa una reforma, αυτό το σπίτι χρειάζεται μια ανακαίνιση

preciso, sa πρχ ιδιότητα του να περι-σχίσω κάτι= προσδιορίσω με ακρίβεια

1. ε, ακριβής, -ής, -ές, σαφής, -ής, -ές, el policía hizo una descripción precisa del ladrón,

ο αστυνομικός έκανε μια περιγραφή ακριβής του κλέφτη

el límite de su amistad no es muy preciso, το όριο της φίλιας του δεν είναι πολύ σαφές

le gustaron los comentarios precisos del profesor,

Του άρεσαν τα σαφή σχόλια του καθηγητή

El gerente es muy preciso y siempre acierta con la estrategia de la empresa,

Ο διευθυντής είναι πολύ ακριβής και πάντα ευστοχεί με τη στρατηγική της εταιρείας

2. απαραίτητος, -η, -o, αναγκαίος, -α, -ο, no es una cosa precisa, δεν είναι κάτι αναγκαίο,

es preciso que estés aquí, είναι αναγκαίο να είσαι εδώ

3. μτφ, συγκεκριμένος, -η, -o, llegó en el preciso momento, έφτασε τη συγκεκριμένη στιγμή

4. ακριβής, -ής, -ές σε μετρήσεις, deben usar balanzas muy precisas para ello,

πρέπει να χρησιμοποιούν πολύ ακριβείς ζυγαριές για αυτό

5. γλγ, ακριβής, -ής, -ές, μονοσήμαντος, -η, -ο, el lenguaje preciso de los artículos científicos,

η μονοσήμαντη γλώσσα των επιστημονικών άρθρων

precisión πρχ περί-σχιση σε κάτι, ιδιότητα του preciso

1. θ, ακρίβεια, la precisión de este termómetro es asombrosa,

η ακρίβεια αυτού του θερμόμετρου είναι εκπληκτική,

instrumento de precisión, όργανο ακρίβειας

2. σαφήνεια

3. ακρίβεια γλωσσική, el escritor destaca por la precisión de sus descripciones,

ο συγγραφέας ξεχωρίζει για την ακρίβεια των περιγραφών του

4. αναγκαιότητα

precisamente 1. επρ, ακριβώς, llegó precisamente cuando cerrábamos,

έφτασε ακριβώς όταν κλείναμε

2. ως αναγκαίο, απαραίτητο, se lo exigió precisamente, της το απαίτησε ως αναγκαίο

3. ακριβώς, συγκεκριμένα, precisamente por eso te lo digo, ακριβώς για αυτό σου το λέω

imprecisión 1. θ, ανακρίβεια, la imprecisión del trazado denota la falta de experiencia,

η ανακρίβεια του σχεδίου δηλώνει την έλλειψη εμπειρίας

impreciso, sa 1. ε, ανακριβής, -ής, -ές, ασαφές, -ής, -ή,

me presentó unos informes imprecisos, μου παρουσίασε κάποιες αναφορές ανακριβείς

occisión 1. θ, νομ, λογ, πρχ ο-σισιον> πρ-οσχιση ζωής= βίαιος φόνος, δολοφονία

occiso, sa 1. ε, α θ, νομ, πρχ πρ-οσχιστος= δολοφονημένος, -η, -o, φονευθείς, -είσα, -έν

conciso, sa πρχ συ-σχιστος> σύν-τομος σε νόημα

1. ε, μτφ, ακριβής, -ής, -ές, συνοπτικός, -ή, -ό, λιτός, -ή, -ό, περιεκτικός, -ή, -ό,

Sé conciso con la respuesta, no tenemos mucho tiempo,

Να είσαι συνοπτικός στην απάντηση, δεν έχουμε πολύ χρόνο

2. λγτ, συνοπτικός, -ή, -ό, opuesto al estilo conciso del escritor americano,

αντίθετος στο συνοπτικό ύφος του Αμερικανού συγγραφέα

concisión 1. θ, ακρίβεια, συντομία, λιτότητα λόγου, περιεκτικότητα

concisamente 1. επρ, με ακρίβεια, με συντομία, συνοπτικά

circuncisión 1. θ, θρη, πρχ τσιρκο-σισιον> κυκλο> περι-σχιση= περιτομή

circuncidar 1. ρμ, σιρκουν-σιδαρ> τσιρκο-σχιδή> κάνω περιτομή σε κάποιον

circunciso, sa 1. ε, περιτετμημένος, -η, -ο

incircunciso, sa 1. ε, απερίτμητος, -η, -o

decidir πρχ ντε-σιδιρ> δια-σχιδή> δια-σχίζω κάτι, σαν να το ξεχωρίζω =αποφασίζω

1. ρμ, αποφασίζω, el juez decidirá si es culpable, ο δικαστής θα αποφασίσει να είναι ένοχος

tu voto decidirá quién es el ganador, η ψήφος σου θα αποφασίσει ποιός είναι ο νικητής

2. μτφ, αντι> απο-σχίζω από γνώμη = πείθω, haré lo posible por decidirle sobre este asunto,

θα κάνω ό, τι δυνατόν για να τον πείσω σχετικά με αυτό το θέμα

3. ραντ, λαμβάνω απόφαση, ¡decídete de una vez! αποφάσισε επιτέλους!

4. decidirse a, παίρνω την απόφαση να, por fin, se ha decidido a venir,

επιτέλους, έχουν αποφασίσει να έρθουν

5. decidirse por, αποφασίζω υπέρ, προς, se decidirá por el procedimiento anterior,

θα αποφασίσει υπέρ της προηγούμενης διαδικασίας

decisión 1. θ, απόφαση για κάτι, tomó la decisión de no ir al viaje,

πήρε την απόφαση του να μην πάει στο ταξίδι

2. αποφασιστικότητα, su decisión es tal que nada le parece un contratiempo,

η αποφασιστικότητα είναι τέτοια που τίποτα δεν του φαίνεται μια αναποδιά

3. νομ, απόφαση δικαστηρίου

4. απόφαση κράτους για κάτι> μέτρα, el paquete de decisiones del gobierno,

το πακέτο μέτρων της κυβέρνησης

5. con decisión, με αποφασιστικότητα, lo hizo con mucha decisión y valentía,

το έκανε με πολλή αποφασιστικότητα και θάρρος

codecisión 1. θ, συν-απόφαση

decisivamente 1. επρ, αποφασιστικά

decisivo, va 1. ε, αποφασιστικός, -ή, -ó, καθοριστικός, -ή, -ó,

su modo de actuar fue decisivo en su carrera,

ο τρόπος του που ενεργεί υπήρξε αποφασιστικός στην καριέρα του

2. νομ, οριστικός, -ή, -ό, el tribunal dictó sentencia decisiva sobre las indemnizaciones,

το δικαστήριο έβγαλε απόφαση οριστική για τις αποζημιώσεις

decisorio, ria 1. ε, αποφασιστικός, -ή, -ό

decididamente 1. επρ, αποφασιστικά

2. με οριστική απόφαση, οριστικά, ξεκάθαρα, αναμφισβήτητα

decidido, da 1. ε, για άτομο, αποφασισμένος, -η, -ο, αποφασιστικός, -ή, -ó

2. για στάση, πράξη, αποφασισμένος, -η, -ο, αποφασιστικός, -ή, -ό, σταθερός, -ή, -ó

indeciso, sa 1. ε, αναποφάσιστος, -η, -ο, αβέβαιος, -η, -o, αμφιταλαντευόμενος, -η, -ο,

está indeciso sobre qué estudios seguir,

είναι αναποφάσιστος σχετικά με τι σπουδές θα ακολουθήσει

2. μη αποφασισμένος, -η,-ο, ακαθόριστος, -η, -ο, ανεπίλυτος, -η, -ο, ασαφής, -ής, -ές,

la aceptación del presupuesto todavía sigue indecisa,

η αποδοχή του προϋπολογισμού ακόμη συνεχίζει μη αποφασισμένη,

Las elecciones han tenido un resultado indeciso y habrá que volver a votar,

Οι εκλογές είχαν ένα ασαφές αποτέλεσμα και θα πρέπει να ψηφίσουμε ξανά

3. χωρίς αποφασιστικότητα, αναποφάσιστος, -η, -ο, διστακτικός, -ή, -ό,

con una actitud indecisa nunca conseguirás tus objetivos,

με μια αναποφάσιστη στάση δεν θα πετύχεις ποτέ τους στόχους σου

4. α θ, αναποφάσιστος, -η, mi hermano es un indeciso y por eso nunca va a votar,

ο αδερφός μου είναι ένας αναποφάσιστος και γι’ αυτό ποτέ δεν πάει να ψηφίσει

indecisión 1. θ, αναποφασιστικότητα, La indecisión le impidió aceptar la oferta a tiempo,

Η αναποφασιστικότητα τον εμπόδισε να δεχτεί την προσφορά εγκαίρως

2. έλλειψη αποφασιστικότητας, la indecisión de la dirección arruinó la empresa,

Η έλλειψη αποφασιστικότητας της διοίκησης κατέστρεψε την εταιρεία

suicida πρχ σουϊ-σχιδή> ουσία(μου)-σχιδή= αυτό-κτονία

1. ε, αυτοκτονικός, -ή, -ó, El paciente tenía pensamientos suicidas,

Ο ασθενής είχε αυτοκτονικές σκέψεις

2. μτφ, αυτοκτονικός, -ή, -ό, αυτοκαταστροφικός, -ή, -ό, απερίσκεπτος, -η, -ο,

αυτοκτονίας, El joven sabía que esta era una misión suicida,

Ο νεαρός ήξερε ότι επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας,

salir de excursión en plena tormenta es un acto suicida,

το να βγει κάποιος για πεζοπορία εν μέσω καταιγίδας είναι μια αυτοκτονική πράξη

Drogarse es un acto suicida, Το να παίρνεις ναρκωτικά είναι μια αυτοκαταστροφική πράξη

suicida 1. α θ, αυτοκτόνος, -η, αυτόχειρας, La policía identificó al suicida,

Η αστυνομία αναγνώρισε τον αυτόχειρα, τον αυτοκτόνο

2. παρολίγον αυτόχειρας

3. αυτοκαταστροφικό άτομο, απερίσκεπτος, -η

suicidarse 1. ραντ, αυτοκτονώ, Intentó suicidarse después de perder su trabajo,

Προσπάθησε να αυτοκτονήσει αφ’ ότου έχασε τη δουλειά του

suicidio 1. α, αυτοκτονία, El suicidio es un tema muy delicado que requiere atención,

Η αυτοκτονία είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα που απαιτεί προσοχή

2. μτφ, αυτοκτονία, ir a ese lugar esta noche es un suicidio,

το να πας σ’ αυτό το μέρος απόψε είναι μια αυτοκτονία,

convocar las elecciones ahora es un suicidio para los socialistas,

το να προκηρύξεις εκλογές τώρα είναι μια αυτοκτονία για τους σοσιαλιστές

Scroll to Top