CHINGAR= ΠΡΧ ΤΣΙΓΚΛΑΩ ΚΑΠΟΙΟΝ> ΕΝΟΧΛΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
chingar 1. ρμ, πρχ τσιγκλάω κάποιον, ενοχλώ, ¡deja de chingarme! σταμάτα να με τσιγκλάς! 2. μτφ, τσιγκλάω κάτι= χαλάω, καταστρέφω, has chingado la fiesta, χάλασες την γιορτή!
has chingado la tele, έχεις χαλάσει την τηλεόραση
3. μτφ, πρχ τσιγκλάω ερωτικά ή ζυγώνω με κάποιον= γαμώ, πηδάω,
sus amigos quieren chingarla, οι φίλοι της θέλουν να τη πηδήξουν
4. ραντ, μτφ, γίνομαι τσιγκολελέτα, κόκκαλο, μεθάω, se ha chingado, έχει γίνει κόκκαλο
chingado, da 1. ε, τσιγκλισμένος= χαλασμένος, -η, -o, la tele está chingada,
η τηλεόραση είναι χαλασμένη