CESTA

CESTA= ΠΡΧ ΚΙΣΤΗ> ΚΑΛΑΘΙ, ΠΡΧ ΣΤΕΡΝΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cista 1. θ, αρχ, κίστη, καλάθι ή κιβώτιο για τη μεταφορά αντικειμένων

2. αρχ, θάψιμο σε τάφο με τρύπα σαν κιβώτιο

cisterna πρχ κίστη> στέρνα

1. θ, δεξαμενή, gas en cisternas, αέριο σε δεξαμενές

2. καζανάκι τουαλέτας, de retrete

chistera 1. θ, μτφ, ημίψηλο καπέλο σαν κίστη

2. καλάθι ψαρέματος

3. αθλ, καλάθι

cesta πρχ κίστη σαν καλάθι

1. θ, καλάθι, πανέρι, cesta de la ropa sucia, καλάθι για βρώμικα ρούχα

cesta de costura, καλάθι ραπτικής

cesta de labores, καλάθι εργόχειρου

2. αθλ, καλάθι σαν πόντος ή στεφάνι με δίχτυ

3. πλέγμα

4. οκν, καλάθι, cesta de la compra, καλάθι της νοικοκυράς

5. σνθ, cesta de Navidad, καλάθι Χριστουγέννων

cesta para el pan πανέρι, καλάθι ψωμιού

cesta de la compra, de pedidos, πλφ, καλάθι αγοράς, παραγγελίας

cestapunta 1. θ, αθλ, παραλλαγή της βασκικής πελότας

cestería 1. θ, καλαθο-ποιία, καλαθο-πλεκτική

cestero, ra 1. α θ, καλαθοπλέκτης, -ια, καλαθοποιός

2. καλαθοπώλης, -ισσα

cesto 1. α, μεγάλο καλάθι, κοφίνι

2. αθλ, καλάθι

3. ιστ, γάντι πυγμαχίας των ρωμαίων αθλητών

4. σνθ, cesto de la ropa sucia, καλάθι άπλυτων ρούχων

cesto de los papeles, καλάθι αχρήστων

5. εκφ, coger el cesto de las chufas, οικ, μτφ, πιάνω το καλάθι από τα τσόφλια= τσαντίζομαι

cestón 1. α, στρ, κύλινδρος γεμάτος χώμα για προστασία από τις βολές

cestonada 1. θ, στρ, οχύρωμα με κυλίνδρους με χώμα

encestar 1. ρμ, στο μπάσκετ, εν-θέτω στην κίστη την μπάλα= βάζω καλάθι

encestó una canasta de dos, de tres, έβαλε καλάθι δύο τριών πόντων

enceste 1. α, καλάθι πόντων

2. εκφ, conseguir, lograr un enceste, βάζω καλάθι

encestador, ra 1. α θ, σουτέρ στο μπάσκετ

Scroll to Top