CEPA

CEPA= ΠΡΧ ΣΕΠΑ> ΣΤΥΠΟΣ, ΣΚΗΠΤΡΟ, ΠΡΧ ΚΕΠΑ> ΚΟΠΑ-ΝΟΣ ΞΥΛΙΝΟΣ> ΚΟΜΜΑΤΙ ΞΥΛΟΥ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cepa πρχ στύπος, σκήπτρο, κόπανος ξύλινος= κομμάτι ξύλου

1. θ, κλήμα, πρέμνο

2. κούτσουρο δέντρου

3. μτφ, ρίζα γενεάς

4. βιο, στέλεχος

5. ατκ, μτφ, κίονας, κολώνα

6. σνθ, cepa agracera, ξινός χυμός, χυμός αγουρίδας, πικρόχολη διάθεση

7. εκφ, de pura cepa, μτφ, για άτομο, αυθεντικός, καθαρόαιμος

acepar 1. ρα, για φυτά, ριζώνω

descepar 1. ρμ, για φυτά, ξε-ριζώνω, εξαλείφω τις ρίζες

2. ναυ, ξε-στυπώνω, αφαιρώ τον στύπο άγκυρας

encepar 1. ρα, για φυτά, εν-ριζώνω

2. ρμ, μτφ, περνάω χειροπέδες, αλυσοδένω φυλακισμένο

2. οπλίζω όπλο

3. ναυ, μπλέκομαι γύρω από την άγκυρα

4. τχν, συνδέω για κομμάτι

encepe 1. α, αγρ, ρίζωμα φυτού

2. αμπελώνας

cepo πρχ στύπος, σκήπτρο, κόπανος ξύλινος= κομμάτι ξύλου

1. α, δόκανο, παγίδα για ζώα

2. συσκευή ακινητοποίησης οχημάτων

3. κλαδί

4. στύπος για αμόνι, cepo para yunque

5. μτφ, παγκάρι, δίσκος

6. ζωλ, πρχ κερκοπίθηκος

7. τχν, κοχλιωτός σφιγκτήρας

8. σνθ, cepo de campaña, colombiano, είδος στρατιωτικής τιμωρίας

cepo del ancla, ναυ, στύπος άγκυρας

9. εκφ, poner el cepo a coche, βάζω σιαγόνες φρένου

cepón 1. α, χοντρός κορμός κλήματος

ceporro 1. α, καυσόξυλα

2. μτφ, πρχ τσαπαρας= άξεστος, αδέξιος, es un ceporro, είναι άξεστος, αδέξιος

3. εκφ, dormir como un ceporro, κοιμάμαι σαν κούτσουρο

estaba tan cansada que me quedé dormida como un ceporro,

ήμουν τόσο κουρασμένη που έμεινα να κοιμάμαι σαν κούτσουρο

cepillo 1. βούρτσα για πάτωμα, ρούχα, υποδήματα

2. ξυλ, πλάνη για ξυλουργό

3. μτφ, παγκάρι εκκλησίας

4. σνθ, cepillo bocel, πλάνη, ροκάνι

cepillo de dientes, de uñas, οδοντό-βουρτσα, βουρτσάκι για τα νύχια

cepillo del pelo, βούρτσα για τα μαλλιά

5. εκφ, cortado a cepillo, πολύ κοντό, στρατιωτικό κούρεμα,

pasar el cepillo, βγάζω δίσκο στην εκκλησία

cepillar 1. ρμ, βουρτσίζω κουστούμι, δόντια, μαλλί

2. ξυλ, πλανίζω ξύλο, cepillar los cantos de la puerta, πλανίζω τις γωνιές της πόρτας

3. οικ, μτφ, ληστεύω, ξαφρίζω, πρχ να καπηλευτώ ή σαν να περνάω με βούρτσα κάποιον

le cepillaron cinco mil euros, του ξάφρισαν 5 χιλιάδες ευρώ

ή πρχ ξε-που-πουλιάζω, cepilló a Luis en la primera partida,

ξεπουπούλιασε τον Λουίς στην πρώτη παρτίδα

4. ραντ, βουρτσίζω μαλλί, δόντια, me cepillo el pelo, βουρτσίζω το μαλλί

5. οικ, μτφ, τελειώνω, καθαρίζω κάτι που κάνω γρήγορα, ξοδεύω χρήματα γρήγορα,

se ha cepillado todo el pastel, τελείωσε όλο το γλυκό

se cepilló todo el dinero en un santiamén, ξόδεψε όλα τα χρήματα εν ριπή οφθαλμού

se ha cepillado la mudanza en el fin de semana,

έχει τελειώσει την μετακόμιση στο τέλος της εβδομάδας,

6. οικ, μτφ, κόβω, απορρίπτω σε εξέταση, se lo cepillaron en matemáticas,

τον έκοψαν στα μαθηματικά

7. οικ, μτφ, καθαρίζω, σκοτώνω κάποιον, los traficantes se lo cepillaron,

οι έμποροι ναρκωτικών τον σκότωσαν

8. οικ, μτφ, χυδ, σαν να περνάω την βούρτσα μου, πρχ καβαλάω= κοιμάμαι, πηδώ,

se ha cepillado a todas las de su barrio, έχει κοιμηθεί με όλες από την γειτονιά του

9. οικ, μτφ, καθαρίζω, απολύω απο αξίωμα, θέση εργασίας κάποιον,

se cepillaron al director, καθάρισαν τον διευθυντή

cepillado 1. α, βούρτσισμα για φόρεμα, δόντια

2. πλάνισμα ξύλου

cepilladura 1. θ, πλάνισμα ξύλου

2. ροκανίδι

acepilladora 1. θ, μηχανή πλανίσματος

acepilladura 1. θ, πλάνιση, πλάνισμα, λείανση

2. καθάρισμα με βούρτσα σε φόρεμα

3. ροκανίδι πλανίσματος

acepillar 1. ρμ, πλανίζω ξύλο

2. καθαρίζω με βούρτσα, βουρτσίζω φόρεμα

3. οικ, μτφ, για άτομο, εξευγενίζω, εκλεπτύνω τους τρόπους, σαν να περνάω με βούρτσα

cipo 1. α, μτφ, στήλη, erigieron un cipo funerario, ανήγειραν μια επιτύμβια στήλη

2. στήλη στον δρόμο, un cipo en el cruce indica la dirección y la distancia,

στη διασταύρωση, μια στήλη δείχνει την κατεύθυνση και την απόσταση

cipote 1. α, χυδ, μτφ, πέος, ψωλή, πρχ καπότα

2. οικ, μτφ, για άτομο, κούτσουρο, χαζός, ¡no seas cipote! μην είσαι κούτσουρο!

cepellón 1. α, βώλος χώματος ενωμένος με ρίζες φυτού

Scroll to Top