CATALÁN

CATALÁN= ΠΡΧ ΚΑΤΑΛΟΝΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

Cataluña 1. ονο, Καταλωνία, Καταλονία

catalán, ana 1. ε, καταλανικός, -ή, -ό

2. α θ, Καταλανός, -νή

catalán 1. α, ιδίωμα Καταλανικά

catalanismo 1. α, καταλανισμός

catalanista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον καταλανισμό, οπαδός του καταλανισμού

catalanizar 1. ρμ, δίνω καταλανικό χαρακτήρα σε κάτι, καταλανίζω

2. ραντ, καταλανίζομαι, παίρνω καταλανικό χαρακτήρα

catalanización 1. θ, απόδοση καταλανικού χαρακτήρα σε κάτι

catalanohablante 1. ε, α θ, καταλανό-φωνος, -η, -ο, καταλανο-ομιλητής, -ια

catalanoparlante 1. ε, α θ, καταλανόφωνος, -η, -ο

catalufo, fa 1. α θ, υτμ, Καταλανός, -νή

Scroll to Top