CANCELΑ

CANCELΑ= ΠΡΧ ΚΑ(Ν)ΓΚΕΛΟ, ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

canciller, ra 1. α θ, πρχ καγκελάριος

cancelaría 1. θ, παπική, αποστολική καγκελαρία

cancillería 1. θ, καγκελαρία

2. γραμματεία καγκελαρίας

3. υπουργείο Εξωτερικών

cancilleresco, ca 1. ε, καγκελάριος, -α, -ο, σχετικό με τον καγκελάριο ή καγκελαρία

chanciller 1. α, ιστ, καγκελάριος

chancillería 1. θ, ιστ, καγκελαρία

vicecanciller 1. α θ, αντι-καγκελάριος

vicecancillería 1. θ, αντικαγκελαρία

cancel πρχ κά(ν)γκελο

1. α, εξωτερική διπλή πόρτα

2. κιγκλίδωμα σε καθεδρικό ναό, που χωρίζει τον κύριο ναό από το ιερό

cancela 1. θ, καγκελό-πορτα

cancilla 1. θ, κατ, πρχ καγκελ-ουλα= μικρή καγκελόπορτα σε περιβόλι ή κήπο

cancelar πρχ θέτω κάγκελο σε κάτι

1. ρμ, μτφ, ακυρώνω έγγραφο, le han cancelado el permiso de conducir,

του έχουν ακυρώσει την άδεια οδήγησης

cancelé el contrato, ακύρωσα το συμβόλαιο

2. ακυρώνω κάτι κανονισμένο, ματαιώνω, han cancelado todos los vuelos,

έχουν ακυρώσει όλες τις πτήσεις

3. σε τράπεζα, κλείνω, quiero cancelar esta cuenta, θέλω να κλείσω τον λογαριασμό

4. μτφ, εξοφλώ χρέος, ya he cancelado la última letra del coche,

πλέον έχω εξοφλήσει το τελευταίο γραμμάτιο του αμαξιού

5. πλφ, ακυρώνω, διαγράφω

cancelación 1. θ, ακύρωση εγγράφου

2. ακύρωση κανονισμένου γεγονότος, συνάντησης

3. κλείσιμο λογαριασμού

4. διαγραφή χρέους, παραγραφή

5. πλφ, ακύρωση, διαγραφή

Scroll to Top