CABALLO

CABALLO= ΠΡΧ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ> ΑΛΟΓΟ, ΙΠΠΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

caballo πρχ καβαλάρης= άλογο

1. α, άλογο, salón internacional del caballo pura raza,

Διεθνής Έκθεση Καθαρόαιμων Ιπποειδών

ή α πλ, άλογα και στρατιώτης ιππικού, ιππέας, El ejército tiene cinco mil caballos,

Ο στρατός έχει πέντε χιλιάδες άλογα

2. μτφ, άλογο στο σκάκι, movimientos del caballo y la torre, κινήσεις αλόγου και πύργου

3. μτφ, ίππος γυμναστικής, Colocaron el caballo en medio del gimnasio,

Τοποθέτησαν το άλογο στη μέση του γυμναστηρίου

ή άλμα σε ίππο, El salto de caballo es una disciplina de gimnasia,

Το άλμα σε ίππο είναι ένα άθλημα γυμναστικής

4. μχν, ιπποδύναμη, Un motor de 150 caballos, Ένας κινητήρας 150 ίππων

5. μτφ, οικ, ηρωίνη, άσπρη, σαν να νιώθω καβάλα στ’ άλογο

6. γωλ, όγκος πετρώματος σε ρήγμα

7. ατκ, ζευκτό, el caballo es fundamental para sostener el peso de las tejas,

το ζευκτό είναι θεμελιώδες για τη συγκράτηση του βάρους των κεραμιδιών

8. ιατ, όγκος μαλακός, εξόγκωμα σε μασχάλη, αδένα, λαιμό,

El caballo es un tumor venéreo transmisible muy peligroso,

Το άλογο είναι ένας πολύ επικίνδυνος μεταδοτικός αφροδίσιος όγκος

9. σνθ, caballo blanco, μτφ, ηρωίνη, άσπρη ή αφελές άτομο

caballo de batalla, το άλογο της μάχης> το ατού, δυνατό σημείο κάποιου

caballo de buena boca, μτφ, καλή πάστα ανθρώπου

caballo de carga, άλογο ζεύξεως

caballo de carreras, άλογο κούρσας, ιπποδρομιών

caballo de tiro, άλογο που τραβά> αμαξάλογο, άλογο για ζέψιμο

caballo de Troya, Δούρειος Ίππος

caballo de vapor, άλογο του βαποριού> ατμός> ιπποδύναμη, ατμόιππος

10. εκφ, a caballo, καβαλικευτά για άλογο ή πράγμα, ιππαστί, για άτομο= καβάλα

a caballo regalado no le mires el diente, πρμ, κάποιου του χάριζαν άλογο=

του χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια

con mil de a caballo, οικ, στο καλό και να μας γράφεις

caballuno, na 1. ε, αλογίσιος, -α, -ο, perfil caballuno, αλογίσιο προφίλ

caballada 1. θ, πρχ καβαλ-αδα = κοπάδι αλόγων

caballaje 1. α, πρχ καβάλημα, ζευγάρωμα αλόγου, γαιδάρου, οχεία

caballar 1. ε, αλογίσιος, -α, -o, ίππειος, -α,-o , raza caballar, ράτσα αλόγου

cria caballar, εκτροφή αλόγων

caballejo 1. α, οικ, ψωράλογο

caballeta 1. θ, μτφ, ακρίδα, σαν άλογο που πηδά, καβαλά

caballa 1. θ, ζωλ, ψάρι κολιός, πρχ σ-καμπαγια> σκουμπρί

caballete πρχ καβαλέτο

1. α, καβαλέτο ζωγράφου, καβαλέτο ξυλουργού ή για άλλη χρήση, υποστάτης, τρίποδο,

caballetes publicitarios, διαφημιστικά καβαλέτα,

El caballete es un complemento imprescindible para el pintor,

Το καβαλέτο είναι ένα απαραίτητο αξεσουάρ για τον ζωγράφο

El carpintero colocó el tablón sobre los dos caballetes para serrarlo,

Ο ξυλουργός τοποθέτησε τη σανίδα στα δύο καβαλέτα για να την πριονίσει

2. μτφ, βάση, τρίποδο, caballete para reparación y mantenimiento de tu bicicleta,

βάση, τρίποδο επισκευής και συντήρησης ποδηλάτων

3. μτφ, γέφυρα, εξόγκωμα μύτης, El actor tiene una nariz con un pronunciado caballete,

Ο ηθοποιός έχει μια μύτη με έντονη γέφυρα

4. μτφ, μηχάνημα βασανιστηρίων

5. ατκ, καβαλέτο στέγης, κορυφοτεγία, El caballete del tejado estaba roto,

Η κορυφοτεγία της στέγης ήταν σπασμένη

6. κάλυμμα καμινάδας, στεγάνωσης

7. αγρ, ανάχωμα, σαν καβαλέτο το σχήμα

8. μτφ, στέρνο πτηνού, el ancho caballete del albatros, το φαρδύ στέρνο του άλμπατρος

caballista πρχ καβαλιστής

1. α θ, ικανός ιππέας, -ια, καβαλάρης, -ισσα

2. ιππολόγος

3. ταυ, έφιππος ταυρομάχος

caballito 1. α, αλογάκι, πουλάρι

2. παιχνίδι, ξύλινο αλογάκι

3. σνθ, caballito de agua, ζωλ, αλογάκι της θάλασσας, ιππόκαμπος

caballito del diablo, ζωλ, λιβελούλη

caballitos 1. α πλ, μτφ, καρουσέλ

2. παιχνίδι τυχερό αλογάκια

caballero, ra πρχ καβαλιέρος

1. ε, μτφ, ιπποτικός, -ή, -ó, ευγενής, -ής, -ές, κύριος, -ια,

un hombre muy caballero, ένας άνδρας πολύ ευγενής, κύριος

El joven caballero le ayudó a la mujer de edad avanzada a cruzar la calle,

Ο νεαρός κύριος βοήθησε την ηλικιωμένη γυναίκα να διασχίσει τον δρόμο

2. έφιππος, -η, -o, καβάλα σε ζώο, un caballero en un asno,

ένας καβαλάρης σε ένα γαϊδούρι

3. μτφ, σαν καβαλιέρος= ακλόνητος, -η, -o αμετακίνητος, -η, -ο στην γνώμη, αρχές του,

caballero en sus principios, αμετακίνητος στις αρχές του

caballero 1. α, μτφ, ιππότης, τζέντλεμαν, Un verdadero caballero, Ένας αληθινός ιππότης

2. μτφ, έντιμος άνδρας, σαν ιππότης, καβαλάρης, me dio su palabra de caballero,

μου έδωσε το λόγο του ως ιππότης> της ανδρικής του τιμής

3. μτφ, άνδρας, trajes para caballeros, ανδρικά κοστούμια,

ropa de caballero, ρούχα για άντρα

4. προσφώνηση ευγενική, κύριος, caballero, ¿tiene usted hora? κύριε, μήπως έχετε ώρα; ¿desea algo más, caballero?, θέλετε κάτι άλλο, κύριε;

5. μέλος σε τάγμα, ιππότης, los caballeros de Santiago, οι ιππότες του Αγίου Ιακώβου

6. ευγενής ιππότης

7. ιππέας, καβαλάρης

8. στρ, ιππέας, caballero cadete, μαθητευόμενος ιππέας

9. σνθ, caballero andante, βαδίζων> περιπλανώμενος ιππότης

caballero en plaza, έφιππος ταυρομάχος

10. εκφ, armar caballero, αρματώνω = χρίω κάποιον ιππότη

de caballero a caballero, ως άντρας προς άντρα

ser un caballero, είμαι άνδρας ευγενής με καταγωγή

caballerosidad πρχ ιδιότητα καβαλάρη, ιππότη

1. θ, αβροφροσύνη, ευγένεια προς τις γυναίκες

2. ιπποτισμός, ιπποτικό πνεύμα

3. γενναιοδωρία, Mi abuelo era conocido por su elegancia y su caballerosidad,

Ο παππούς μου ήταν γνωστός για την κομψότητα και την γενναιοδωρία του

caballeroso, sa 1. ε, ιπποτικός, -ή, -ó σε τρόπους, καταγωγή, ευγενικός, -ή, -ό,

Las maneras caballerosas de José María habían cautivado a los padres de Juana,

Οι ευγενικοί τρόποι του Χοσέ Μαρία είχαν γοητεύσει τους γονείς της Χουάνα

caballerosamente 1. επρ, πρχ καβαλιέρικα, ιπποτικά, ευγενώς

caballerete 1. α, οικ, υτμ, πρχ καβαλιερ-άκος= ξιπασμένος αριστοκράτης

caballeresco, ca 1. ε, ιπποτικός, -ή, -ó, ευγενικός, -ή, -ό,

Un hombre caballeresco se quita el abrigo si su acompañante tiene frío,

Ένας ιπποτικός άντρας βγάζει το παλτό του αν η σύντροφος του κρυώνει

caballerescamente 1. επρ, ιπποτικά, ευγενικά

caballerete 1. α, , υτμ, πρχ καβαλιερ-άκος= νεαρός κύριος

caballería πρχ καβαλαρία

1. θ, ιπποειδές, άτι, ίππος, Esa yegua azabache es una caballería buena y veloz,

Αυτή η μαύρη φοράδα είναι ένα καλός και γρήγορος ίππος

2. στρ, ιππικό, La caballería atacó a la infantería enemiga por el flanco izquierdo,

Το ιππικό επιτέθηκε στο εχθρικό πεζικό από την αριστερή πλευρά

3. τάγμα ιπποτών, El caballero se unió a la Caballería de la Rosa,

Ο ιππότης εντάχθηκε στους Ιππότες του Ρόδου

4. μτφ, ιπποτισμός, libro de caballerías, βιβλίο περί ιπποτών

caballerizo 1. α, πρχ καβαλαρ-ισιος= ιπποκόμος, σταβλίτης

2. υπηρέτες ιπποτροφείου

caballeriza 1. θ, ιπποστάσιο, ιπποτροφείο

cabalgar πρχ καβαλικεύω

1. ρα, καβαλικεύω, καβαλάω απλά, El caballero cabalgaba un hermoso corcel blanco,

Ο ιππέας καβαλίκευε ένα πανέμορφο λευκό πολεμικό άλογο

No le dejan tener un caballo y usa una vaca para cabalgar,

Δεν τον αφήνουν να έχει άλογο και χρησιμοποιεί μια αγελάδα για να καβαλικεύει

2. ρμ, ιππεύω, κάνω ιππασία, Le gusta cabalgar por el campo al amanecer,

Του αρέσει να ιππεύει στην εξοχή το ξημέρωμα

3. για άλογο, καβαλάω για ζευγάρωμα, βατεύω, οχεύω,

el caballo que cabalgó a la yegua, το άλογο που καβάλησε, βάτευσε την φοράδα

4. ρα, για άλογο, καλπάζω, el caballo ganador que cabalgó a la perfección,

το νικητήριο άλογο που κάλπασε στην εντέλεια

ή μτφ, καλπάζω, Las chicas de vóley cabalgan a por el oro,

Τα κορίτσια του βόλεϊ καλπάζουν για το χρυσό

5. μτφ, κάτι καβαλάει, στέκει καβάλα σε κάτι, las gafas cabalgaban sobre su nariz,

τα γυαλιά έστεκαν καβάλα πάνω στην μύτη του

Mi hermano cabalgaba sobre el muro, Ο αδερφός μου ήταν καβάλα στον τοίχο

6. ρμ, μτφ, καβαλάω, El funcionario cabalgaba sus horarios al trabajar en dos sitios,

Ο αξιωματούχος καβάλαγε τα ωράρια καθώς δούλευε σε δύο μέρη

7. ρα, ρμ, μτφ, καβαλάω τον άλλον σε ερωτική επαφή

cabalgar 1. α, ιπποσκευή, χαλινάρια, χάμουρα

cabalgada πρχ καβαλ-άδα

1. θ, πορεία με άλογο, καβαλαρία, ιππασία,

información turística sobre cabalgada en Pontevedra,

Τουριστικές πληροφορίες για πορεία με άλογο στην Ποντεβέδρα

2. παρέλαση με άλογα, άρματα, cabalgada de carrozas en honor a Santiago Apóstol,

παρέλαση με άλογα προς τιμήν του Σαντιάγο Απόστολου

3. έφιππη πορεία ιππικού, 5 días de cabalgada, 5 μέρες έφιππης πορείας

4. έφιππη επιδρομή

5. βάτεμα, ζευγάρωμα αλόγου

6. μτφ, καβάλημα, καβάλα σε ερωτική επαφή

cabalgadura 1. θ, ίππος για καβάλημα, πορεία

2. άλογο ζεύξεως, υποζύγιο

cabalgamiento 1. α, ποι, μτφ, μετρικός διασκελισμός, σαν καβάλημα στίχου

cabalgata 1. θ, παρέλαση αλόγων, κάρων, la cabalgata de los Reyes Magos,

η παρέλαση των τριών Μάγων

2. πορεία με άλογα, καβαλαρία από πολλούς

descabalgar 1. ρα, πρχ ξεκαβαλικεύω, αφιππεύω, ξεπεζεύω,

El caballero descabalgó frente a las puertas del castillo,

Ο ιππότης αφίππευσε, ξεπέζεψε μπροστά στις πύλες του κάστρου

2. ρμ, στρ, ξεκαβαλικεύω > ξεμοντάρω το κανόνι από κιλλίβαντα

descabalgadura 1. θ, αφίππευση

encabalgar 1. ρμ, επι-καβαλώνω= προμηθεύω με άλογα

2. ρμ, ραντ, ποι, μτφ, γράφω ποίημα με μετρικούς διασκελισμούς, σαν να καβαλικεύω

3. ρα, συνδέω δι’ επικαλύψεως, Hay que encabalgar las tejas para que no entre el agua,

Πρέπει να επικαλύψουμε τα κεραμίδια (το ένα πάνω στο άλλο) για να μην μπαίνει το νερό

4. ρα, στέκω καβάλα σε κάτι, κάθομαι πάνω σε κάτι

encabalgadura 1. θ, τχν, μτφ, σύνδεση δι’ επικαλύψεως, το ένα πάνω στο άλλο

encabalgamiento 1. α, μτφ, αλληλοεπικάλυψη σχημάτων, ιδεών, σαν καβάλημα

2. μεταφορά κανονιού σε κιλλίβαντα

3. ποι, μτφ, μετρικός διασκελισμός, σαν καβάλημα

desencabalgar 1. ρμ, μτφ, στρ, από-συναρμολογώ, ξε-μοντάρω όπλο

encaballar 1. ρμ, μτφ, επι-καβαλώ= συνδέω δι’ επικαλύψεως πράγματα, κεραμίδια,

encaballar las tejas de la cubierta, συνδέω δι’ επικαλύψεως τα κεραμίδια της σκεπής

2. τχν, μτφ, συναρμόζω σαν καβαλίκεμα

3. τυπ, μτφ, καβαλώ στοιχεία, la impresión salió mal porque se han encaballado unas letras,

η εκτύπωση βγήκε άσχημα διότι έχουν καβαληθεί μερικά γράμματα

encaballado 1. α, τυπ, τυπογραφικό λάθος, σαν καβάλημα στοιχείων

encaballadura 1. θ, τχν, σύνδεση δι’ επικαλύψεως

acaballonar 1. ρμ, αγρ, μτφ, κάνω καβαλέτο χωμάτινο, ανάχωμα

2. οργώνω, σαν άλογο που τραβά

acaballonador 1. α, αγρ, άροτρο-αυλακωτήρας, σαν άλογο που τραβά

acaballadero 1. α, πρχ καβαλο-τήριο, -μέρος= ιπποφορβείο

acaballado, da 1. ε, πρχ καβαλο-μούρης, σαν άλογο, αλογίσιος, -α, -ο

cara acaballada, φάτσα αλογίσια, αλογο-μούρη

acaballerado, da 1. ε, πρχ καβαλιεράτος= ιπποτικός, -ή, -ό, ευγενής, -ής, -ές

Scroll to Top