BURDEΟS= ΠΡΧ ΜΠΟΡΝΤΩ, ΜΠΟΡΝΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Burdeos 1. ονο, Μπορντώ
bórdeles, esa 1. ε, από το Μπορντώ
barrica bordelesa, βαρέλι από το Μπορντώ
2. α θ, γηγενής, κάτοικος του Μπορντώ
bordelesa 1. θ, μεγάλο βαρέλι τύπου Μπορντώ
burdeos 1. ε, χρώμα μπορντό, terciopelo burdeos, μπορντό βελούδο
2. α, κρασί μπορντό
3. χρώμα μπορντό