BORRA

BORRA= ΠΡΧ ΜΠΑΛΑ ΜΑΛΛΙΟΥ, ΜΠΑΛΑ, ΦΡΑ-ΜΠΑΛΑΣ, ΠΡΧ ΠΡΟ-ΒΑΤΟ, ΠΡΧ ΑΦΡΟΣ,

ΜΤΘ ΒΟ-ΡΑ> ΠΡΟ-ΒΑ-ΤΟ, ΠΡΧ ΜΠΟΥΡΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

borra πρχ μπο-ρα> μπάλα μαλλιού ή προ-βατο

1. θ, χονδρό μαλλί, τζίβα, γνάφαλο

2. χνούδι, sacar la borra, μαζεύω το χνούδι

3. χρονιάρικη προβατίνα

4. μτφ, κατακάθι μελανιού, λαδιού, borra de tinta, aceite, σαν μπάλα

5. κατακάθι, τρυγία κρασιού, borra de vino

6. βοτ, βόραγον, μποράντσα

borro πρχ β-ορρο> αρ-νι

1. α, αρνάκι, αρνί μεταξύ ενός και δύο χρονών

desborrar ρμ, πρχ ξε-μπολίζω= αφαιρώ κο-μπαλάκια από ύφασμα, βλαστολογώ

emborrar 1. ρμ, πρχ εμ-μπαλίζω= παραγεμίζω με άχυρα κ.λπ.

2. οικ, μτφ, πρχ εμ-βροχθίζω= κατα-βροχθίζω

emborrizar 1. ρμ, μαγ, πρχ εμ-βολίζω> πασπαλίζω με τριμμένη φρυγανιά,

emborrizar carne, πασπαλίζω το κρέας με τριμμένη φρυγανιά

ή με αλεύρι, emborrizar el pescado en harina, αλευρώνω το ψάρι

emborrazar 1. ρμ, μαγ, τυλίγω με λαρδί

borla πρχ μπάλα, φρα-μπαλάς

1. θ, φρα-μπαλάς, una cortina con borlas, μια κουρτίνα με φραμπαλάδες

2. φούντα σκούφου στρατού, borla de gorro militar

3. πινέλο μακιγιάζ με σπογγώδη υφή, se puso colorete con la borla,

έβαλε ρουζ με το πινέλο

4. βοτ, αμάραντος

5. εκφ, tomar la borla, παίρνω πανεπιστημιακό πτυχίο, επειδή έχει φούντα ο σκούφος

του χιτώνα αποφοίτησης

borlilla 1. θ, βοτ, ανθήρας

borrego πρχ μπορ-εγο> προ-άγω ή προ-βατο ή αφράτο> αφρός

1. α, μτφ, λευκό συννεφάκι στρογγυλό

2. αφρός κύματος, μτφ προβατάκι

borrego, ga πρχ πρό-βατο, αφράτο

1. ε, για άτομο, μτφ, αγαθιάρης, -α, -ικο, απονήρευτος, -η, -o,

¡no seas borrego! μην είσαι αφράτος= αγαθιάρης!

2. α θ, αρνάκι, πρόβατο, Mi amiga Teresa cría borregos para la producción de lana,

Η φίλη μου η Τερέζα εκτρέφει πρόβατα για την παραγωγή μαλλιού

3. μτφ, άβουλος άνθρωπος, πρόβατο, es un borrego, είναι ένα πρόβατο

4. χαζός, -ζή

aborregado, da 1. ε, για θάλασσα, πρχ αφρισμένος, -η, -o

2. συννεφιασμένος, -η, -ό με μικρά σύννεφα, για ουρανό, σύννεφο, σαν προβατάκια, αφρούς, cielo aborregado, ουρανός συννεφιασμένος

3. για άτομο, μτφ, πειθήνιος, -ια, -ιο σαν πρόβατο,

Pablo es un hombre agradable, pero a veces es aborregado y sumiso,

Ο Πάμπλο είναι ένας ευχάριστος άνθρωπος, αλλά ενίοτε είναι πειθήνιος και υποτακτικός

aborregarse 1. ραντ, για ουρανό, γεμίζω άσπρα σύννεφα, σαν προβατάκια

2. μτφ, για άτομο, προβατίζομαι= γίνομαι μαλακός, πειθήνιος

borregada 1. θ, κοπάδι αρνιών

borreguil 1. ε, μτφ, αγελαίος, -α, -ο άβουλος, -η, -o, πειθήνιος, -α, -o,

espíritu borreguil, αγελαίο πνεύμα,

tiene una cierta tendencia borreguil, έχει κάποια τάση αγελαία

2. για κρέας, προβατίσιος, -α, -ο

3. για κοπάδι, rebaño, προβατίσιος, -α, -ο

borreguillo 1. α, δέρμα απομίμηση προβάτου

borreguismo 1. α, αγελαία συμπεριφορά, αβουλία

borrén 1. α, άγκιστρο, πρχ μπροστάρι σέλας

borrador πρχ βοραδορ> σ-βηστήρι ή σ-βαρνιστήρι

1. α, σφουγγάρι για σβήσιμο πίνακα, No lo borres con la mano. Utiliza el borrador,

Μην το σβήνεις με το χέρι σου. Χρησιμοποίησε το σφουγγάρι

2. μτφ, πρόχειρο γραπτό, borrador de la novela, πρόχειρο γραπτό νοβέλας,

επειδή γράφεις-σβήνεις

3. προσχέδιο, σκίτσο, Este es el primer borrador de mi proyecto,

Αυτό είναι το πρώτο προσχέδιο του έργου μου

4. σβήστρα, σβηστήρας, γομολάστιχα

5. οκν, μτφ, χειρόγραφο βιβλίο εσόδων-εξόδων

borrar πρχ βοραρ> σ-βήνω ή σ-βαρνίζω= σβήνω με το πέρασμα

1. ρμ, ραντ, σβήνω με γόμα, con goma, borra el lápiz con la goma,

σβήσε το μολύβι με την γόμα

2. μουτζουρώνω, διαγράφω, borra esto con el boli,

μουτζούρωσε το με στυλό

3. σβήνω, διαγράφω βίντεο, εγγραφή, borra la cinta de video,

σβήσε τη βιντεο-ταινία

4. σβήνω τον πίνακα, borra la pizarra, σβήσε τον πίνακα

5. μτφ, σβήνω, εξαφανίζω, he borrado ese incidente de mi memoria,

έχω σβήσει αυτό το περιστατικό από την μνήμη μου

el viento borró las pisadas, o άνεμος έσβησε τις πατημασιές

6. σβήνω, διαγράφω από κατάλογο, λίστα, borra de la lista, διέγραψε από τον κατάλογο

7. σταματώ, διαγράφω από μαθήματα, mis padres me han borrado de clase de inglés,

οι γονείς μου με σταμάτησαν από τα μαθήματα αγγλικών

8. πλφ, σβήνω, καταστρέφω αρχεία, borra los archivos, σβήσε τα αρχεία

borrado, da 1. ε, σβησμένος, -η, -o με γόμα

2. διαγραμμένος, -η, -o με γραμμή, μουντζούρα, ξεγραμμένος, -η, -o

imborrable 1. ε, για μελάνι, ανεξίτηλος, -η, -ο, tinta imborrable

2. μτφ, για ανάμνηση, ανεξίτηλος, -η, -ο

borrado 1. α, πλφ, σβήσιμο, διαγραφή αρχείων

borroso, sa πρχ σβηστό, πρχ βοροσο> αφροσο> αφρώδες= δύσκολο να το δεις

1. ε, για φώτο, όραση, θολός, -ή, -ό, lo veo todo borroso, τα βλέπω όλα θολά

2. για γραφή, κείμενο, δυσ-διάκριτος, -η, -ο, δυσανάγνωστος, -η, -o,

el texto está borroso, το κείμενο είναι δυσδιάκριτο

3. μτφ, για ανάμνηση, ιδέα, ασαφής, -ής, -ές, αόριστος, -η, -ο,

guardo un recuerdo borroso de mi padre, έχω μια αόριστη ανάμνηση του πατέρα μου

4. για υγρό, πηχτός, -ή, -ó, este café está borroso, αυτός o καφές είναι πηχτός

5. τυπ, χωρίς ευκρίνεια

borrón πρχ βορον> σ-βηστόν

1. α, μουντζούρα, el texto estaba lleno de borrones,

το κείμενο ήταν γεμάτο μουντζούρες

2. σημάδι, λεκές από μελάνι, hay un borrón en el documento,

υπάρχει ένας λεκές από μελάνι στο έγγραφο

3. σκίτσο, προσχέδιο, επειδή γράφεις-σβήνεις

4. μτφ, ατέλεια, ψεγάδι, πράξη σαν μουντζούρα στην φήμη, υπόληψη,

esa acción es un borrón en su vida, η πράξη αυτή είναι μια ατέλεια στη ζωή του

5. εκφ, hacer borrón y cuenta nueva, κάνω σβήσιμο και κοντέρ νέο=

γυρνάω σελίδα, κάνω καινούρια αρχή

borronear 1. ρμ, μπορονεαρ> μπορδονεαρ> γράφω πρχ μπούρδες και πρόχειρα, μουτζουρώνω, el niño borroneó en el bloc, το παιδί μουτζούρωσε στο μπλοκ

emborronar 1. ρμ, κάνω μουτζούρες, ορνιθοσκαλίσματα,

deja de emborronar el cuaderno, σταμάτα να κάνεις μουτζούρες στο τετράδιό

2. γράφω απρόσεκτα, γρήγορα, βιαστικά

emborronador, ra 1. α θ, αυτός που κάνει μουτζούρες

borrajear 1. ρμ, borronear

burlete 1. α, τχν, πρχ θυρί-λατο= λάστιχο στεγανοποίησης παραθύρων, πορτών

borraginácea 1. θ, βοτ, βοραγινοειδές

borraja 1. θ, βοτ, βόραγον, μποράντσα

2. εκφ, quedarse en agua de borrajas, μένει στο νερό της μποράντσας=

κάτι που τελειώνει άδοξα

Scroll to Top