BOINA= ΠΡΧ ΣΑ ΜΠΙΛΙΑΝ Ή ΜΠΕΡΕΝ> ΜΠΕ-ΡΕΣ, ΠΡΧ ΜΠΙΡΕΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
boina 1. θ, πρχ μπο-ινα> μπερές
2. σνθ, boina vasca, βασκικός μπερές
bonete 1. α, θρη, μπιρέτα, σκούφος καθολικού
2. ακαδημαϊκός πίλος, bonete de universitario
3. ζωλ, κεκρύφαλος
4. βοτ, γυρομίτρα η εδώδιμη
5. στρ, μτφ, εξωτερικό οχυρωματικό κτίσμα με δύο εισέχουσες και τρεις εξέχουσες γωνίες
6. εκφ, a tente bonete, μτφ, με τέντα τον μπερέ= κάνω με επιμονή, πεισματικά, υπερβολικά
beber a tente bonete, να πιω υπερβολικά
bonetería 1. θ, βιοτεχνία bonete, μπιρέτας και παρόμοιων υλικών
bonetero, ra 1. α θ, έμπορος bonete, μπιρέτας
2. κατασκευαστής, -ια bonete, μπιρέτας
boneta 1. θ, ναυ, πρχ πανετα> βοηθητικό πανί για αύξηση επιφάνειας
bonetero 1. α, βοτ, ευώνυμος ο ευρωπαϊκός, ασπρόξυλο