BOCETO= ΠΡΧ ΒΟΣΕΤΟ> ΣΒΗΣΤΟ ΙΧΝΟΣ ΑΠΟ ΖΩΓΡΑΦΙΑ> ΣΚΙΤΣΟ, ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ,
ΠΡΧ ΜΠΟ-ΘΕΤΟ> ΠΡΟ-ΘΕΤΩ ΚΑΤΙ> ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
boceto 1. α, προ-σχέδιο, σκελετός, quiero ver un boceto del anuncio,
θέλω να δω ένα προσχέδιο της διαφήμισης
2. τεχ, σκίτσο, σχεδίασμα, σχεδιάγραμμα, existen numerosos bocetos del Guernica,
υπάρχουν πολλά σκίτσα της Γκερνίκα
abocetar 1. ρμ, προ-θέτω κάτι= περιγράφω με αδρές γραμμές, σκιαγραφώ,
abocetar un proyecto, σκιαγραφώ ένα πρότζεκτ,
2. τεχ, abocetar una escultura, un dibujo, σκιαγραφώ ένα γλυπτό, μια ζωγραφιά,
σκιτσάρω, Disfrutaba ir al museo y abocetar las estatuas griegas,
Απολάμβανε να πηγαίνει στο μουσείο και να σκιτσάρει τα ελληνικά αγάλματα
abocetamiento 1. α, τχν, προσχέδιο, αρχική κατεργασία
abocetado, da 1. τεχ, προσχεδιαστός, -ή, -ό, περιγραμματικός, -ή, -ό, προκαταρκτικός, -ή, -ό
2. ε, ατκ, σπειροειδής, -ής, -ές, δακτυλιοειδής, -ής, -ές
esbozar 1. ρμ, πρχ σαν σβηστό σχεδιάζω κάτι= σκιτσάρω, esbozó un paisaje,
σκίτσαρε ένα τοπίο
2. μτφ, δείχνω σβηστά> αμυδρά κάτι, esbozó una sonrisa, έσκασε ένα χαμόγελο
esbozo 1. α, σκίτσο, σκιαγράφηση, προσχέδιο
2. μτφ, σβηστό ίχνος, αμυδρή αντίδραση, un esbozo de sonrisa se dibujó en su cara,
ένα σβηστό χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπο του